:: www.Flock.gr :: Η Καθημερινή Σας Στάση! - Ερωτικές Ιστορίες - News - Lifestyle

User Rating: / 10 PoorBest 

 Η δύσκολη ιστορία της ζωής μου ξεκίνησε κάπου στα τέλη του 70. Γεννήθηκα σε κάποιο μαιευτήριο των Αθηνών ως ένα ''ατύχημα'' κάποιου Ελβετού τουρίστα και μιας βλάχας απ' την Αργολίδα σε μια εποχή που ήταν δύσκολο σε ένα μικρό χωριό ν' αποδεχτούν ένα παιδί χωρίς πατέρα με μια μάνα που όταν τέλειωνε απ' τις αγροτικές εργασίες της και το μαγείρεμα αντίθετα με όσα πίστευε ο κόσμος ποτέ δεν έμπασε άντρες στο σπίτι μας τις νύχτες και άλλον άντρα απ' τον πρώτο, τον πατέρα μου δεν άφησε να την αγγίξει. 

 Περνούσαμε πολύ δύσκολα. Οι παππούδες μου δεν αποδέχτηκαν ποτέ ούτε εκείνη ούτε το μπάσταρδο. Άλλωστε είχαν πολλούς ντελικανήδες γιούς και άλλες δυο κόρες που με την άσπιλη ζωή τους κάνανε περήφανους. Έτσι προσπαθούσε η μάνα μου να μας ζήσει με όσα καλλιεργούσε στο μικρό περβόλι πλάϊ στο σπίτι μας και με ένα δυο ζώα που πάχαινε όλη τη χρονιά και σφάζαμε αρχές άνοιξης, αλατίζαμε κι αποθηκεύαμε στο ψυγείο πάγου για όλη τη χρονιά. Μα κι εγώ πέρναγα δύσκολα. Όταν είσαι το μπασταρδάκι του σχολειού που όμως έχει απίστευτη έφεση στα γράμματα και ειδικά στους αριθμούς, προκαλείς το φθόνο. Ακόμη περισσότερο όταν είσαι το παιδί μιας αλλοτινής καλλονής που είχε απορρίψει στα καλά της χρόνια σχεδόν όλους τους πατεράδες των συμμαθητών μου. Οι μάνες τους ακόμη τη ζηλεύανε. Αποτέλεσμα κανένα παιδί να μη με κάνει παρέα, σε κανένα πηγαδάκι να μη γίνομαι δεκτός στα διαλείμματα. Όμως στο σχολείο τα πήγαινα καλά και μου άρεσε κι ο δάσκαλος πάντοτε με έκανε παράδειγμα για τους άλλους. Και συνήθως τα πιο νταβραντωμένα αγόρια του σχολείου με βασάνιζαν. Ήμουν άλλωστε καχεκτικός, όχι πολύ ψηλός και ήσυχος. Σε ποιόν άλλωστε να πω για το γιό του Μήτσου του χασάπη που κάποτε για να γελάσουν οι φίλοι του πίσω απ' την εκκλησία στο πλάϊ του σχολείου έφερε τη στρατιωτική ζώνη του πατέρα του και με μαστίγωσε. Κι αυτό ήταν ένα απ' τα πολλά.

 Στα 10 μου λίγο πριν την έλευση του 1990 το ιστορικό τότε κρούσμα μηνιγγίτιδας στο πέρασμα του χτύπησε και τη μάνα μου.Μερόνυχτα έμεινα ξαπλωμένος σε ένα παγκάκι έξω απ' το κέντρο υγείας. Τα ζα μας έμεινα ατάιστα και ψόφισαν, το περβόλι μας θύμιζε σπαρμένη στάχτη, όταν γύρισα εκείνο το πρωινό μετά την κηδεία που εκτός απ' το δάσκαλο μου, τον παπά και την παπαδιά δεν πάτησε κανένας το πόδι του. Γύρισα σε ένα σπίτι άδειο απ' αγάπη, από τροφή, από ζωή. Ήμουν 10 χρονών και δεν είχα κανέναν. Σε αντίθεση με όσα πίστευε ο κόσμος κανένας δεν ήρθε να με πάρει έστω να με βάλει σε ένα ορφανοτροφείο. Ήμουν μόνος. Τις πρώτες ημέρες έτρωγα στο σπίτι του δασκάλου. Μετά όμως κι εκείνοι δυσκολεύονταν να τα φέρουν βόλτα με δυο παιδιά. Πάντως ο δάσκαλος μου δε με παράτησε ποτέ. Πάντοτε έβρισκε κάτι να μου φέρει. Λίγη πορτοκαλόπιτα που έφτιαξε η γυναίκα του, σούπα από κόκκαλο, λίγες χυλοπίτες, αλλά ουσιαστικά δεν είχα κανέναν. Όμως χάρη σ' αυτό τον άνθρωπο δεν παράτησα το σχολείο και έκανα πολύ καλά.

 Τα βιβλία ήταν η συντροφιά μου, οι πρώτοι μου φανταστικοί φίλοι βγήκαν μέσα απ' αυτά, όπως ο Τρελαντώνης και ο Ζορρό... Την πρώτη φορά που ένιωσα ερωτευμένος δεν ήταν με κάποιο υπαρκτό κορίτσι αλλά με μια παράγραφο γλαφυρή που με λίγες λεξούλες σοφά να συμπληρώνουν η μια την άλλη, η Αναϊς Νιν έφτιαξε την κοπέλα των ονείρων μου. Προόδευα και προόδευα συνέχεια. Ήμουν πραγματικά καλός. Αλλά στη ζωή μου φυτοζωούσα. Κι όσες λέξεις άρθρωνα ήταν μέχρι τις 1 που τελείωνε το σχολειό μετά δεν είχα με κανέναν να μιλήσω και κανένας δε με κοίταγε. Αλλά αυτό που πάντα με πλήγωνε ήταν η σκληρότητα των παππούδων και των θείων μου. Τα ξαδέρφια μου υπήρξαν οι μεγαλύτεροι βασανιστές του ''μούλικου''.

 Στα 17 μου προετοιμαζόμουν για το Πολυτεχνείο. Πολύ υψηλός στόχος μα εγώ ήξερα πως θα τα καταφέρω να μπω. Όπως γνώριζα πως θα πάλευα και με κάθε τρόπο να παραμείνω στην Αθήνα και να τελειώσω τις σπουδές μου. Χρήματα δεν έπιασα ποτέ στα χέρια μου. Όσα μου χρειάζονταν τα καλλιεργούσα. Και το λιγοστό κρέας που κατανάλωνα μου το εξασφάλιζε ο δάσκαλος μου και μόνος φίλος που απέκτησα ποτέ σ' αυτό το αφιλόξενο μέρος - το χωριό μου...

 Τη μέρα που έφυγα με 300.000 δραχμές που με πάρα πολύ κόπο μάζευε όλα αυτά τα χρόνια ο Μηνάς, ο δάσκαλος μου. Όχι για τα παιδιά του αλλά για 'μενα, μόνο για 'μενα. Τον αγκάλιασα σφιχτά πριν φύγω. Τώρα πια ήμουν ψηλότερος από 'κεινον και δυνατός, πολύ δυνατός ειδικά μέσα μου. Κοιταχτήκαμε στα μάτια, με φίλησε βιαστικά στα δυο μάγουλα.

-Μεγάλωσες Αλέξη...μεγάλωσες και τα κατάφερες

-Μαζί τα καταφέραμε ...ψέλλισα διστακτικά

-Όχι! Εσύ τα κατάφερες

και τον κοίταξα ξανά στα μάτια κι έφερα με τη ματιά μου μια γύρα σε όλο τον τόπο. Στη φρεσκοασβεστωμένη εκκλησιά που ο ήλιος χτύπαγε στα γαλαζωπά βιτρό της, στην πηγή δίπλα της που με λαχτάρα έπινα νερό κάθε πρωί και κάθε απόγευμα, στο φάντασμα της μάνας μου που χαμογελούσε.

 Τί κάνει και πώς αισθάνεται ένα παιδί καταφτάνοντας για πρώτη φορά στη ζωή του στον Πειραιά το 1997; Δεν ήξερα που να πάω, δεν είχα άνθρωπο ν' απευθυνθώ. Απ' το νεκροταφείο της Αναστάσεως με τα πόδια σιγά σιγά έφτασα στο Μετσόβειο και το χαμόγελο μού μούδιασε το στόμα. Είχα πετύχει! Κοιτούσα με λαχτάρα την πύλη της γνώσης και ήξερα πως θα μπω και θα βγω από 'κει μέσα παρά τις όποιες δυσκολίες.

 Κοντά στη σχολή βρήκα πλάϊ σε μοντέρνες πολυκατοικίες με μεγάλες βεράντες και ωραίο σχέδιο μα τρομακτικές και με τόσους πολλούς ανθρώπους να μένουν σ' αυτές ένα ξεχασμένο σπιτάκι με τσίγκινη οροφή, τόσο δα μικρούλι που δεν πρέπει η πρόσοψη του να ήταν πάνω από τρία μέτρα. Μα μου άρεσε. Ο ψιλικατζής γνώρισε τον ιδιοκτήτη. Ένα παππού που έμενε στο Κουκάκι. Ήρθε ο κύριος Σταύρος. Δε μου ζήτησε καν ταυτότητα, δεν ήξερε ούτε τι ενοίκιο να μου ζητήσει. Μου είπε ένα ποσό που αργότερα κατάλαβα πως ήταν πραγματικά συμβολικό. Με βοήθησε σε όλα. Μαζί πήγαμε στη ΔΕΗ, στην Ευδάπ που εγώ ακόμη και τώρα την έλεγα Ούλεν. Μου αγόρασε μάλιστα από μόνος του και ένα κινητό. για να σε βρίσκω... είπε και μου 'κλεισε το μάτι.

 Πλήρωσα για ένα χρόνο το ενοίκιο. Κι ύστερα πήγα για ψώνια. Αγόρασα ένα ντάβο φουρνάκι, ένα κούτσικο ψυγειάκι -άλλωστε σιγά τις ανάγκες που είχα- ονειρεύτηκα όμως ότι κάποτε θα έχω το δικό μου σπίτι που θα το έχω σχεδιάσει μόνος μου και θα έχω σίγουρα Αμάνα ψυγείο με διπλές πόρτες. Πήρα κι ένα πολύ όμορφο μονό κρεββάτι ξύλινο αλλά άβαφο και με σχεδιάκια στο κεφαλάρι. Μπήκα για πρώτη φορά σε σούπερ μάρκετ. Χάθηκα εκεί μέσα. Ήταν τόσο τεράστιο...

 Τις επόμενες ημέρες -είχα τρεις μήνες, αυτούς του καλοκαιριού μέχρι ν' αρχίσει η σχολή- έμεινα τελείως από λεφτά. Από φόβο το ρεύμα το ανοιγόκλεινα απ' το γενικό, να μη μου έρθει πολύ. Μόνο τις ηλεκτρικές συσκευές είχα, το κρεββάτι, τα πολλά μου βιβλία και το φορτιστή του κινητού. Τίποτε άλλο. Έψαχνα για δουλειά. Ήταν Παρασκευή όταν μου τηλεφώνησε ο κύριος Σταύρος να με ρωτήσει τι κάνω και να με προσκαλέσει για φαγητό την Κυριακή. Ή μάλλον όχι απλά με προσκάλεσε, έστειλε την κόρη του να με πάρει. Ήμουν κατενθουσιασμένος γιατί κάποιος ήθελε εμένα κι ένιωθα πως δεν ήταν για τα λεφτά που του έδωσα, πως του άρεσα όχι σεξουαλικά αλλά με είχε αγοράσει, ως άνθρωπο...

 Την Κυριακή στις 11 κατέφτασε η κόρη του κυρίου Σταύρου με ένα ασημί σέϊσον μοντέο του 93, η Ράνια. Μαμά γύρω στα 40, παχουλή και χυμώδης με πολύ μεγάλο στήθος που έμοιαζε έτοιμο να τρυπήσει το μαύρο ζιβάγκο που φορούσε. Αν και μεγαλόσωμη γυναίκα με λεκάνη αρκετά ανοιχτή απ' τις γέννες -είχε δυο μικρά παιδιά- ο κώλος της ήταν καλοβαλμένος. Στητός, στρογγυλός και μεσαίου μεγέθους. Τότε δεν ήξερα τι είναι ο κώλος ή που χρησιμεύει πέρα απ' τις οργανικές ανάγκες μας αλλά μου άρεσε αυτός ο κώλος. Μα το πιο εντυπωσιακό στοιχείο ήταν το πρόσωπο της. Δεν ήταν καθόλου βαμμένη ώστε να μπερδευτώ. Είχε πολύ ωραία χαρακτηριστικά σμιλεμένα σε ένα ολοστρόγγυλο πρόσωπο χωρίς προγούλια. Το στόμα της διανθιζόταν από φουσκωτά ροζ ανοιχτά χείλη που μου άρεσαν αν και τότε ακόμα δεν ήξερα γιατί απλά μίλαγε η φυσιολογία ενός παρθένου που δεν ήξερε γιατί θαυμάζει ότι θαύμαζα. Τα μάτια της μεγάλα και πολύ σχιστά της δίνανε μια πονηρή μα ταυτόχρονα καλοκάγαθη έκφραση. Και τα μαλλιά της καρέ σκούρα ξανθά με την τέλεια χωρίστρα συμπλήρωναν ένα πρόσωπο που σίγουρα το είχα χαρακτηρίσει ως νόστιμο και γιατί όχι ερωτεύσιμο.  

 Στο δρόμο με ρώταγε διάφορα. Δεν ήξερα τότε πως πάντα στη ζωή πρέπει να κρατάμε τα μυστικά μας, ήμουν άλλωστε πάντοτε στη ζωή μου ανοιχτό βιβλίο, άλλο που δεν είχα σε ποιόν να μιλήσω... Της μίλησα για τη ζωή μου κι ο πόνος που είδα στα μάτια της με έκανε να την αγαπήσω σαν άνθρωπο όχι γιατί με λυπήθηκε αλλά γιατί νοιάστηκε για ένα νέο παιδί.

 Πέρασα πολύ όμορφα. Και πέρναγα πολύ όμορφα με τον κύριο Σταύρο και τη Ράνια και τα εγγόνια του κάθε Κυριακή. Ο άντρας της είχε φύγει απ' τη ζωή και πορευόταν μόνη κρατώντας μια αποθήκη χαρτικών παλιά οικογενειακή και αρκετά πετυχημένη. Κι αυτή εκεί ήταν η πρώτη μου δουλειά. Μπήκα ως αποθηκάριος και χαμάλης και κατέληξα να κρατάω όλο το μαγαζί και ήμουν πάντα εντάξει και δεν κοίταξα ούτε μια φορά τα λεφτά του ταμείου.

 Εκείνα τα πρώτα Χριστούγεννα καθόμουν με τη νέα μου οικογένεια γιατί δικούς μου τους αισθανόμουν μπροστά στο πρώτο μου χριστουγεννιάτικο δέντρο. Η Ράνια μου έκανε δώρο ένα ριγέ πουκάμισο και ψιλομεθυσμένη μου είπε όταν πια ο κύριος Σταύρος είχε ξαπλώσει.

-Φόρεσε το να σε δω Αλέξη μου.

έβγαλα το πουλόβερ που φορούσα, το αγαπημένο μου εκείνη μου το είχε πάρει στα γεννέθλια μου, μοβ σκούρο χωρίς λαιμόκοψη. Για άλλη μια φορά κοιτούσε το λευκό δέρμα μου, τα μπράτσα μου κι έγλειψε όπως όλες τις άλλες φορές το πάνω χείλος της κοιτώντας με. Φόρεσα το πουκάμισο, δεν πρόφτασα να το κουμπώσω όταν την άκουσα ν' αναστενάζει, την κοίταξα ερωτηματικά

-Είσαι πανέμορφος Αλέξη μου! Πολύ άντρας.

τα μάγουλα μου καίγανε. Επίσης είχα κομπλάρει. Κάτι ήθελα να κάνω μα δεν ήξερα τι. Κοιτούσα το μαύρο σχεδόν κολλητό ολόσωμο μάλλινο φόρεμα της και δεν ήξερα τι θα έπρεπε να κάνω. Ένα γνώριζα πως κάτι ήθελα να κάνω. Έσκασε στα γέλια με το σάστισμα μου. Σηκώθηκε νωχελικά απ' τη μαξιλάρα πλάϊ στο δέντρο κι ήρθε μπροστά μου με αγκάλιασε απ' το λαιμό και με φίλησε πολύ απαλά, υγρά και ηχηρά στο δεξί μάγουλο.

-Μωράκι μου δεν ξέρεις τι να κάνεις έτσι; ψιθύρισε στ' αυτί μου.

Με πήρε απ' το χέρι και με οδήγησε στο διαμέρισμα της στον κάτω όροφο της διπλοκατοικίας τους -τα παιδιά είχαν κοιμηθεί με τον παππού τους. Στα σκαλιά καθώς κατεβαίναμε εκείνη μπροστά κι εγώ πίσω ενώ με οδηγούσε κρατώντας μου το χέρι γύρναγε και με κοίταζε στα μάτια και χαμογελούσε.

Άνοιξε την πόρτα και με το που την έκλεισε πίσω της με φίλησε πολύ τρυφερά. Ίσα που τα χείλη της ακούμπησαν τα δικά μου. Αχ! Αυτά τα ροζ χείλη πόσες φορές ονειρεύτηκα να τα γλυκοφιλώ...

-Ματάκια μου απόψε θα σε φάω...είπε πολύ γλυκά και μου τσίμπησε τα μάγουλα, μου δάγκωσε απαλά τη μύτη, με φίλησε στα δυο μάγουλα, στο μέτωπο, στο στόμα πάλι, στο λαιμό κι ύστερα κόλλησε τα χείλη της στα δικά μου κι ενώ με κοιτούσε βαθιά στα μάτια έχωσε τη γλώσσα της μέσα στο στόμα μου. Κι ένιωσα κάτι που δεν είχα ξανανιώσει και ήθελα κι άλλο. Ασυναίσθητα ρούφηξα τη γλώσσα της πιο μέσα...

-...μμμ έκανε ξελιγωμένη

-τι ήταν αυτό ματάκια μου! θα με κάνεις τρελή απόψε! θα σε φάω!! με φίλησε πάλι περίμενα πως και πως τη γλωσσίτσα της, πνιχτά μέσα στο στόμα μου, μου είπε να της δώσω τη δική μου. Την έβαλα στο στόμα της και την έγλειψε με τη δική της. Ήταν τόσο υγρό όλο αυτό και τόσο μα τόσο ερωτικό. Ένιωθα μια αναταραχή εκεί κάτω...

 Πολλές φορές είχα νιώσει εκστασιασμένος μα ποτέ στη ζωή μου δεν είχαν βγει υγρά από 'κει μέσα τουλάχιστον όσες φορές άγγιξα τ' απόκρυφα μου δεν έγινε κάτι και πολύ συχνά που ερεθιζόμουν μετά ένιωθα πονοκέφαλο μη βρίσκοντας διέξοδο.

-με θέλεις;

-Ράνια μου! ήμουν τελείως ξεψυχισμένος

-αχ μωράκι μου τι γλυκά που μου μίλησες

και πάλι οι γλώσσες μας ενώθηκαν σε ένα χορό δικό τους μα τώρα γρήγορα και με πάθος και χαιρόμουν να πιέζω τη γλώσσα μου πάνω στη δική της μέσα στο στόμα της, τι υγρό που ήταν! τι γλυκό που ήταν! τόσο ολοκληρωτικό μα και τόσο στην αρχή των όλων.

-Ράνια μου αν είναι έτσι ο έρωτας χαλάλι στον πονοκέφαλο που θα μας πιάσει μετά....

σταμάτησε και με κοίταξε έκπληκτη και ανήσυχη για 'μενα.

-ποιό πονοκέφαλο; με ρώτησε. Και της εξήγησα τι εννοούσα. Άρχισε να γελάει νευρικά και δε μπορούσε να σταματήσει μα ένιωσα άσκημα πήγα να σηκωθώ και με τράβηξε κοντά της

-συγνώμη μωρό! Άχου το μου, ματάκια μου είναι η πρώτη σου φορά ε; είπε πολύ τρυφερά και με φίλησε ξανά γλυκά και ηχηρά στο μάγουλο, ύστερα με έσπρωξε προς τα πίσω και σκαρφάλωσε πάνω μου

-θα φροντίσουμε λοιπόν να είναι τέλεια!

Με έγδυσε τελείως και γδύθηκε κι εκείνη. Με λιμπιζόταν όπως θυμόμουν να κοιτούν οι αλεπούδες στο χωριό τα κοτόπουλα... Κι ύστερα με φίλησε. Με φίλησε στο πρόσωπο, έγλειψε τις ρώγες μου και τις δάγκωσε -ανατρίχιασα, έγλειψε τον αφαλό μου, το χέρι της κατέβηκε και γράπωσε τ' απόκρυφα μου όλα μαζί, μούγκρισε που τα ένιωσε να πάλλονται στο χέρι της κι έπειτα κατέβασε όλο της το πρόσωπο εκεί και τότε ΕΝΙΩΣΑ απίστευτα. Ένιωσα υγρά, ένιωσα μοναδικά και μουδιασμένα και αισθησιακά και ξαφνικά παρά την τόσο δυνατή θερμοκρασία κρύωνα κι έτρεμα και το στόμα της μπαινόβγαζε το πέος μου και το χτυπούσε στα μάγουλα της και τη σκεφτόμουν και την κοίταζα και τουλάχιστον εκείνη τη στιγμή την αγαπούσα και ΤΟΤΕ έγινε κάτι, ήταν ΜΟΝΑΔΙΚΟ. Παρέλυσα τελείως, άδειαζα. Έβγαινε από μέσα μου κάτι που περίμενε χρόνια κι εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ποιό κομμάτι του παζλ έλειπε, τι ήταν αυτό που συμπλήρωνε την εικόνα, γιατί κάθε κίνηση στη ζωή μας τελικά είναι είτε πάνω κάτω είτε δεξιά αριστερά που αν το στρέψεις κι αυτό θα γίνει πάνω κάτω, ΕΜΑΘΑ το μυστικό της ζωής. Κι όλο αυτό το πολύτιμο υγρό που με κοκάλωσε ολόκληρο κι αισθανόμουν απόλυτη ευτυχία και χαρά και αναστέναξα βαθιά για πρώτη μου φορά κι έτρεμα έρεε μέσα στο στόμα της και την κοίταζα να το καταπίνει κι ύστερα με λίγα υπόλευκα υγρά να τρέχουν απ' τις άκρες του στόματος της αναφώνησε 

-αυτό ήταν το πρώτο σου ματάκια μου από πολλά....πολλά μαζί!

Δε με ζόρισε για κάτι άλλο, ήμουν άλλωστε τόσο μπερδεμένος κι ευτυχισμένος συνάμα. Κοιμηθήκαμε στο παχύ χαλί πάνω στις μαξιλάρες ολόγυμνοι κι αυτή η επαφή δέρμα με δέρμα και τα χέρια της να με αγκαλιάζουν σφιχτά ενώ το πόδι της ήταν πάνω μου όπως κοιμόμσταν ήταν τόσο πολύτιμο, τόσο διαφορετικό απ' τα χρόνια μοναξιάς που δε θα το άλλαζα με τίποτα στον κόσμο.

 Ήταν τόσο πρωί όταν ξύπνησα με ΄κεινη σχεδόν να κοιμάται πάνω μου κι ένιωθα ένταση και κοίταξα χαμηλά και το πέος μου ήταν όρθιο και γυάλιζε. Κουνήθηκα λίγο και ξύπνησε. Ακολούθησε το βλέμμα μου, χαμογέλασε...καλημέρα κι ύστερα τον έπιασε σφιχτά και συνέχισε καλημέρα και σε 'σενα...

Γύρισε και με κοίταξε και ήξερα πως πάλι με λιμπιζόταν...

-Θυμάσαι τι σου έκανα χθες;

έγνεψα θετικά και εκείνη ξάπλωσε ανάσκελα

-κάντο μου εσύ τώρα! η φωνή της ήταν επιτακτική μα όχι αυστηρή, αργότερα θα μάθαινα κι από 'κεινη μα και άλλες γυναίκες πως αυτή η φωνή πνιχτή και κάτι σαν αυστηρή είναι ανείπωτη ένταση και λαχτάρα, δηλαδή μια λέξη που τότε δεν ήξερα, κάβλα!

πίεζε το πρόσωπο μου στα στήθη της

-δάγκωσε τα! με προέτρεψε με την ίδια πνιχτή φωνή

-άου! πιο δυνατά! νόμιζα οτι την πόνεσα μα εκείνη ήθελε με περισσότερη δύναμη κι αισθανόμουν πως θα τις έκοβα τις ρώγες μα εκείνη ήθελε ακόμη δυνατότερα να τη δαγκώσω κι έπειτα έσπρωξε το κεφάλι μου προς τα κάτω με πολύ δύναμη, δε με άφησε να  γλείψω τον αφαλό της όπως έκανε εκείνη. Με βία με έσπρωχνε στα χαμηλά της

-πάρε με στο στόμα σου! έκανε παραπονιάρικα

-μη με τυραννάς! τι γλυκιά που ήταν η φωνή της και πόσο με ερέθιζε έτσι ανυπόμονη...

ήταν σα το δικό μου πέος μόνο πολύ μικρότερο και μέσα στο δέρμα του, σα μπιλίτσα... ακούμπησα τα χείλη μου γύρω του και το ρούφηξα μέσα στο στόμα μου, έπειτα το έβγαλα. Η γεύση του ήταν μεταλλική κι η μυρωδιά του με έλκυε να μην το αφήσω ποτέ. Απ' τον αναστεναγμό της κατάλαβα πως της άρεσε. Έτσι λοιπόν ξεκίνησα να το ρουφάω και να το φτύνω στην αρχή αργά μα μετά όλο και πιο γρήγορα και κάποια στιγμή αισθάνθηκα τα δάχτυλα της κάτω απ' το πιγούνι μου να μπήγονται μέσα στην ίδια της τη σάρκα ξέφρενα κι εγώ συνέχιζα και εκείνη μούγκριζε πιο γρήγορα!πιο γρήγορα!πιο γρηγοράααααα! και ΤΟΤΕ έβαλε τα κλάματα.... ανησύχησα και την κατάλαβα πως σπαρταρούσε κι ήξερα πως αυτό που είχα νιώσει χθες το ένιωθε κι εκείνη τώρα κι ίσως πιο έντονο από μενα...

Ντυνόμασταν με γέλια και πολλά φιλιά να πάμε πάνω...όταν είπε πάνω απ' τον ώμο μου ενώ κούμπωνε το παντελόνι της

-είσαι ο πιο άντρας που είχα!

και βέβαια το πως ένιωσα δεν περιγράφεται.

Όλη την ημέρα την περάσαμε με τους δικούς της. Συνέχεια με κάθε ευκαιρία αγγιζόμασταν και δε μπορούσα να σταματήσω να τη μυρίζω. Ο κύριος Σταύρος μας κοίταγε περίεργα και μάλλον αξιολογούσε την κατάσταση. Κάποια στιγμή τον άκουσα να της ψιθυρίζει...

-Ράνια είναι παιδί! Τί κάνεις;

-Όχι μπαμπά είναι άντρας! Τίποτα δεν του λείπει! Κι αυτά που έχει ζήσει, αυτά που έχει κάνει, ω πίστεψε με είναι τόσο άντρας όσο δε θα γίνουν άλλοι ποτέ.

-με θες; μου είπε το βράδυ ψιθυριστά ενώ βλέπαμε όλοι μαζί τηλεόραση

-ξέρω πως ίσως να υπερβάλλω άλλωστε δυο φορές ήδη κάναμε έρωτα και....

-τς! τς! τς! τίποτα δεν κάναμε! με διέκοψε

-έρωτα θα κάνουμε απόψε! αυτά ήταν παιχνιδάκια......

 

όλο το υπόλοιπο βράδυ αναρωτιόμουν αν αυτά που κάναμε να δίνουμε χαρά και ξαλάφρωμα ο ένας στον άλλο δεν ήταν έρωτας τότε τί ήταν; Μήπως ήταν το ταυτόχρονο; Το είχα σκεφτεί πως αν γύριζα ανάποδα θα χαιρόμασταν μαζί αν τα καταφέρναμε γιατί απ' ότι παρατήρησα εκείνης κρατούσε περισσότερη ώρα να έρθει η ευτυχία μα διαρκούσε και περισσότερο......

 

Ήμασταν στην κρεββατοκαμαρα της ξαπλωμένοι ολόγυμνοι και έπαιζα με τις τριχούλες της ενώ φιλιόμασταν. Με κοίταξε....

-πάρε με στο στόμα σου..

πήγα να τη φιλήσω πάλι

-όχι εδώ! κάτω!!! πάλι αυτή η φωνή

αυτή τη φορά με οδήγησε στην τρυπούλα της κι εδώ η μυρωδιά ήταν ακόμη πιο μεθυστική...έσπρωξε το στόμα μου προς τα μέσα

-βάλτη μέσα

έχωσα τη γλώσσα μου μέσα στον κόλπο της

-βγάλτη!

την έβγαλα...

-βάλτη πάλι! κάντο τώρα!!!

την έβαλα

κι ύστερα κατάλαβα και το έκανα μόνος μου γρήγορα

και έδιωξα τα χέρια της απ' τη μπιλίτσα της και το έκανα εγώ... την πίεζα και την άφηνα, την έσφιγγα και την ξέσφιγγα κι έκανα κυκλάκια μαζί της με τα δάχτυλα μου ενώ η γλώσσα μου είχε μουδιάσει να μπαίνει και να βγαίνει σ' αυτή την πηγή του μεθυστικότερου όλων των αρωμάτων... και τότε ήρθε! και έτρεμε και συγκλονιζόταν και πίεζε το πρόσωπο μου και τούτη τη φορά βγήκαν κάτι λίγα υγρά κι είχαν μια γεύση σαν το αίμα όταν γλείφεις μια πληγή μα ήταν γλυκό, ένα γλυκό αίμα και πηχτό και κολλώδες και μακάρι να είχα λίτρα να πιω, να λουζόμουν μ' αυτό, να κυλιόμουν σ' αυτό για πάντα!!!

και ανάσαινε βαριά δίπλα μου....

με καβάλησε. Έκατσε πάνω στο στέρνο μου, φίλησα τα χέρια της. Κάτι περίεργο την έκανε να νιώσει αυτή η κίνηση με κοίταξε και δάκρυσε, έγειρε και με φίλησε και τα στήθη της κρεμασμένα και μεγάλα ακουμπούσουν στο λαιμό μου, το φιλί έγινε πάθος και οι γλώσσες μας πιέζονταν και την ένιωσα να με σπρώχνει για να κατέβει προς τα κάτω και τότε το ένιωσα να το κρατάει όπως ήμουν μέσα στην ένταση και να το πιέζει προς τα κάτω, όχι! προς τα μέσα ....μα γινόταν αυτό ;; και τότε θυμήθηκα μια φράση που λέγανε νομίζω σε κάποιο θείο βιβλίο από σάρκα μία....και γίναμε!!! ένα σώμα. Ένιωσα για πρώτη φορά απόλυτο τρόμο και σοκ και δέος και για πρώτη φορά μπόρεσα να συνδυάσω όλα τα κομμάτια και το πέος μου έγινε η γλώσσα μου και ελατήριο η λεκάνη μου και πριν προλάβει να κάνει το οτιδήποτε το έκανα εγώ και επειδή ήμουν νέος και δυνατός και ερωτευμένος δεν ξέρω αν ήμουν μαζί της μα αυτό που κάναμε ήταν σίγουρα το ωραιότερο πράγμα που μου είχε συμβεί ξέφρενα λινιζόμουν πρώτα προς τα μέσα, λίγο αριστερά κι εκείνη βόγγαγε όπως στο σφιχτό της χώρο παλλόμουν κι ύστερα αριστερά και αναστέναζε και έβγαινα με φούρια λίγο έξω άλλωστε όσο μου επέτρεπε το βάρος της και καρφωνόμουν πάλι μέσα της τόσο γρήγορα μα για μενα ήταν αργά και έβαλα τα χέρια μου στους γοφούς της και την πίεσα προς τα κάτω έτσι ώστε να κολλήσω στο στρώμα και να μας ανεβοκατεβάζω μαζί με δύναμη, με ένταση πολύ γρήγορα, κάτι είχε γίνει κι η πρώτη φορά με απελευθέρωσε, μου έδωσε αντοχή και τώρα μπορούσα για δευτερόλεπτα κοίταγα το κάδρο απέναντι με τα αφηρημένα μοτίβα το μυαλό μου χανόταν για λίγο κι επανερχόμουν χωρίς να αισθάνομαι πως έχω φτάσει στο χείλος του γκρεμού και μόνο όταν ένιωσα πως συγκλονιζόταν ενώ προσπαθούσε να τραβήξει τα χέρια μου την κράτησα σταθερή και άρχισα να μπαινοβγαίνω όλο και γρηγορότερα μέσα της και τότε το ένιωσα πάλι ενώ εκείνη ακόμη έτρεμε, την ένταση της στιγμής, τη χαρά, το μούδιασμα και την απελευθέρωση....

μα αυτή τη φορά ήταν σχεδόν ταυτόχρονη απελευθέρωση και μου άρεσε τόσο πολύ που το νιώσαμε μαζί.....

 

το πρωί κολλάγαμε κι οι δυο παντού και μυρίζαμε αυτό το θεσπέσιο άρωμα. Δεν ξέρω αν οι λέξεις θα το συμπλήρωναν εμείς όμως ήμασταν μουγγοί. Άηχα ίσως να λέγαμε σ' αγαπώ, ή απλά σε θέλω...

****************

-Volt- 


Διαβάστε Επίσης....