:: www.Flock.gr :: Η Καθημερινή Σας Στάση! - Ερωτικές Ιστορίες - News - Lifestyle

User Rating: / 13 PoorBest 

Ο Πάνος και η Μαίρη ένιωθαν, αυτό το Σαββατόβραδο, μεγάλη ανία. Ήταν χρόνια παντρεμένοι κι είχαν κάνει τα πάντα μαζί. Τον τελευταίο καιρό, η Μαίρη ήταν μελαγχολική κι απέφευγε την επαφή με τον Πάνο.


Εκείνο το βράδυ, αποφάσισαν να βγουν και να πάνε σ' ένα καινούργιο κέντρο, που τους είχαν συστήσει, για φαγητό και χορό. Μπαίνοντας στο κέντρο, διάβασαν πάνω απ' την είσοδο μια επιγραφή που έλεγε: "ΣΕΡΒΙΡΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ. ΖΗΤΕΙΣΤΕ ΟΤΙ ΤΡΑΒΑΕΙ Η ΟΡΕΞΗ ΣΑΣ".

Γέλασαν. Η Μαίρη είπε: «Για να δούμε. Κέφι σερβίρουν, αν το ζητήσεις;»

«Πού ξέρεις;», απάντησε ο Γιώργος, «Μπορεί το μενού να ‘χει κάτι που σου φτιάχνει το κέφι.» Και προχώρησαν και κάθισαν σ' ένα απόμερο τραπέζι.

Μόλις κάθισαν, τους πλησίασε το γκαρσόνι, ένας ψηλός και σφριγηλός νέος όλο ζωντάνια, για να πάρει παραγγελία. Καθώς παράγγελναν, η Μαίρη περιεργάσθηκε μ’ ενδιαφέρον το νέο άντρα. Ήταν πολύ ελκυστικός, φαινόταν δεμένος και αθλητικός και σίγουρα θα είχε επιτυχίες στις γυναίκες. "Νά κάποιος να σου φτιάξει το κέφι", αναλογίστηκε, "Αν απόψε, μετά το φαγητό, γύριζα στο σπίτι μ' αυτόν τον παίδαρο, αντί για τον Πάνο, μόνο άκεφη δεν θα ‘μουν σίγουρα. Κοίταξέ τον πόσο ωραίο παλικάρι είναι. Σαν αρχαίος θεός του πολέμου".

Όταν ο νεαρός ξανάλθε να τους σερβίρει κι έσκυψε πάνω απ' τη Μαίρη, η αναπνοή του χάιδεψε το γυμνό ώμο της κι αυτή αισθάνθηκε ένα περίεργο κύμα ανατριχίλας να διατρέχει το κορμί της. Ο άντρας της διαισθάνθηκε την ταραχή της και, παρατηρώντας το νεαρό, είδε τα μάτια του να καρφώνονται από πάνω στο ανοιχτό ντεκολτέ της. Όταν αυτός απομακρύνθηκε κι άρχισαν να τρώνε, ο Πάνος σχολίασε πειρακτικά:
«Σ' ερέθισε ο νεαρός; Να στον προσφέρω γι' απόψε;»

«Αχ, μακάρι να γινόταν», απάντησε προκλητικά η Μαίρη, «Δες τον πόσο ωραίος και αγέρωχος είναι. Σαν θεός του πολέμου.»

Οπότε, εκείνος πειράχτηκε και συνέχισε αμίλητος το φαγητό του.

Όταν τέλειωσαν, σηκώθηκαν να χορέψουν. Όσο χόρευαν, ο Πάνος παρατηρούσε τη γυναίκα του να στριφογυρνά το κεφάλι και να παρακολουθεί όλες τις κινήσεις του νεαρού σερβιτόρου, μέσα στην αίθουσα. Το βλέμμα της είχε κολλήσει πάνω στο νέο άντρα, σαν να ‘ταν μαγνήτης.

Γύρισαν στο τραπέζι κι ο Πάνος προσπάθησε να την ευθυμήσει με αστειάκια, αλλά αυτή χάζευε απαθής και θλιμμένη. Τη λυπήθηκε. Σκέφτηκε πως είναι πραγματικά αδικία, αυτός να ‘χει τη γκαρσονιέρα του και να μπορεί οποτεδήποτε να διασκεδάζει με όποια γυναίκα τον τραβάει, και η γυναίκα του να είναι καταδικασμένη σε μια υποτονική μονογαμία που είχε στερέψει τις ορμές της.

Παρατηρώντας τη να χαζεύει άκεφα, τη φαντάσθηκε γυμνή στην αγκαλιά του στιβαρού σερβιτόρου κι ερεθίστηκε. Αλήθεια, θα θελε πραγματικά απόψε να δει τη Μαίρη γυμνή στην αγκαλιά ενός ξένου άντρα; Θα ήταν και γι' αυτόν μια ποικιλία και - πού ξέρεις; - ίσως ξαναζωντάνευε το ενδιαφέρον του γι' αυτήν.

Σηκώθηκε, δήθεν πως πάει στην τουαλέτα, και επιστρέφοντας σταμάτησε το νεαρό και κάτι κουβέντιασε μαζί του στα όρθια.

Γυρνώντας πίσω, η γυναίκα του τον ρώτησε με περιέργεια:

«Παρήγγειλες τίποτα στο σερβιτόρο;»

«Ναι», απάντησε ο Πάνος, «Σου παρήγγειλα τον ίδιο. Είναι όλος δικός σου γι' απόψε!»

«Με δουλεύεις;» ρώτησε εκείνη.

«Κάθε άλλο», συνέχισε αυτός, «Ρώτησα το νεαρό, αν θα ήθελε να περάσει τη νύχτα μαζί σου κι αν μπορεί να πάρει άδεια και να φύγει. Του είπα πως θα του δώσω διπλά όσα θα έβγαζε απόψε και δέχτηκε. Σε λίγο, θα είναι κοντά μας.»

Η απορημένη γυναίκα ταράχτηκε. Η χειρονομία του άντρα της την είχε ξαφνιάσει. Ούτε που μπορούσε να τον φαντασθεί ν’ αντιδρά έτσι μοντέρνα. Η ιδέα τής άρεσε πολύ, αλλά ο πουριτανισμός της τη συγκράτησε.

«Άσε τις τρέλες», είπε στον Πάνο, «Αυτό δεν γίνεται. Δεν μπορώ ξαφνικά να ξαπλώσω μ' έναν άγνωστο, ούτε να σε πικράνω.»

«Σαχλαμάρες», της απάντησε εκείνος, «Αφού κατάλαβα πως τον κάνεις πολύ κέφι. Περιπέτεια μιας νύχτας θα ‘ναι, δεν θα γίνει εραστής σου. Και, να σου πω την αλήθεια, μ' ερεθίζει και μένα η ιδέα. Εξάλλου, τώρα πια έκλεισα συμφωνία και σε λίγο θα ‘ναι στο τραπέζι μας».

Η Μαίρη έμεινε άφωνη. Αισθάνθηκε τη θηλυκότητά της να διεγείρεται και τις ρόγες της να φουσκώνουν. Και πριν καλά-καλά συνειδητοποιήσει την εξέλιξη, ο νεαρός σερβιτόρος, ντυμένος μ' ένα στενό παντελόνι κι ένα σπορτίβ μπλουζάκι, τους πλησίασε.

«Κυρία μου, με λένε Αρη και είμαι στη διάθεσή σας. Είστε πολύ όμορφη», είπε στη Μαίρη και κάθισε δίπλα της.

«Χαίρω πολύ», απάντησε αμήχανα η Μαίρη κι αισθάνθηκε το σφιχτό μπούτι του άγνωστου άντρα να πιέζει το γλουτό της και να την ανατριχιάζει.

Ο Πάνος, παριστάνοντας τον αδιάφορο και το μοντέρνο, σερβίρισε ποτό και στους τρεις και σχολίασε αστειευόμενος προς τη γυναίκα του:

«Τι σύμπτωση! Τον θεό του πολέμου δεν ζήτησες; Νατος λοιπόν ο Αρης, όλος δικός σου!», και στρεφόμενος προς το νέο φίλο τους, πρόσθεσε: «Άντε, εις υγείαν του φίλου μας που θα μουρνταρέψει απόψε τη γυναίκα μου. Μόνο, όπως είπαμε: Όχι πρωτοβουλίες. Εγώ θα παραγγέλνω κι εσύ θα εκτελείς. Σύμφωνοι;»

«Σύμφωνοι», απάντησε ο νεαρός, ενώ η Μαίρη παρακολουθούσε απορημένη τους δυο άντρες να τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους και να κλείνουν συμφωνία κυριολεκτικά πάνω στο κορμί της...

«Λοιπόν», συμπλήρωσε ο Πάνος προς το νεαρό, «Ας αρχίσουμε. Βάλε το χέρι σου κάτω απ' το φουστάνι της και χάιδεψέ της απαλά τα πόδια».

Η Μαίρη, που δεν φανταζόταν ότι θ' άρχιζαν απ' το κέντρο, ντράπηκε και τα ‘χασε. Μέχρι να καλοσκεφτεί τι της συμβαίνει, αισθάνθηκε το χέρι του Αρη να της τρίβει απαλά τη γάμπα και ν' ανεβαίνει αργόσυρτα προς τα πάνω. Αναστατώθηκε. Το αντρικό χέρι ταξίδευε τελετουργικά πάνω στην επιδερμίδα της και την ανατρίχιασε. Της χάιδεψε για λίγο το γόνατο και μετά προχώρησε πιο μέσα, προς το μπούτι της. Την έτριψε αρκετή ώρα και μετά, βάζοντας το χέρι του ανάμεσα στα μπούτια της της τα 'σφιξε δυνατά, αναστατώνοντάς την.

Σε λίγο, ένιωσε το χέρι του νεαρού άντρα να προχωρεί ανάμεσα στα σκέλια της και να παίζει με το τριχωτό του μουνιού της, που ξεχείλιζε απ’ το κιλοτάκι. Νιώθοντας το χέρι τού άγνωστου άντρα να βρίσκεται τόσο κοντά στο μουνί της, ερεθίστηκε υπερβολικά κι αισθάνθηκε τον κόλπο της να πλημμυρίζει από υγρά και τις ρόγες της να φουσκώνουν. Την ώρα που ο Αρης σήκωνε την άκρη της κιλότας της, για να βάλει το δάχτυλό του στο μουνί της, ο Πάνος τους έκοψε και είπε: «Παιδιά, αρκετά. Τι λέτε; Πηγαίνουμε;»

Πράγματι, βγήκαν απ' το κέντρο και μπήκαν στο αυτοκίνητο. Η Μαίρη κάθισε κανονικά, δίπλα στον άντρα της που οδηγούσε, και ο Αρης ακριβώς πίσω της. Ξαφνικά, μέσα στα σκοτεινά, ο Πάνος είπε στον Αρη:

«Τι λες, νεαρέ; Δεν της φιλάς λίγο το λαιμό, να τη ζεστάνεις;»

Εκείνος έσκυψε μπροστά και, αφού πέρασε τα χέρια του μπροστά και την κόλλησε στην πλάτη του καθίσματος, χουφτώνοντάς την απ' τα βυζιά, πλησίασε το πρόσωπό του στο γυμνό της σβέρκο κι άρχισε να τον δαγκώνει ελαφρά. Η Μαίρη, νιώθοντας τα δόντια του αρσενικού να ξύνουν το σβέρκο της και τους ώμους της και τη ζεστή ανάσα του να της καίει το λαιμό, τεντώθηκε απ' την καύλα. Αυτός, γλείφοντας ηδονικά το λαιμό της και ανεβαίνοντας αργά- αργά προς το αυτί της, βύθισε τη γλώσσα του μέσα στο εσωτερικό του αυτιού της και την έπαιξε γύρω-γύρω.

Καθώς της έγλειφε και της δάγκωνε τα αυτιά κι εκείνη αισθανόταν να 'χει και πάλι φουντώσει πολύ, αισθάνθηκε το χέρι του να εισχωρεί μέσα στο μπούστο της και να της τσιμπάει τις ρόγες. Μια ανυπομονησία την κυρίευσε, πότε να φτάσουν στο σπίτι, για ν' απολαύσει με κάθε τρόπο τον παίδαρο που της έκανε δώρο ο άντρας της απόψε. Η αποφασιστικότητα και το πάθος, που την κρατούσε ο νεαρός μέσα στο αυτοκίνητο, υποσχόταν μεγάλες απολαύσεις για όταν σε λίγο θα την κρατούσε γυμνή στο κρεβάτι.

Μόλις έφτασαν στο σπίτι, κατευθύνθηκαν και οι τρεις στην κρεβατοκάμαρα κι ο Πάνος ζήτησε απ’ τον Αρη να γυμνωθεί τελείως. Εκείνος γδύθηκε κι αποκάλυψε στην εκστατική γυναίκα ένα, θεϊκό πραγματικά, σφριγηλό κορμί κι ένα τεράστιο μακρύ πέος. Τότε, ο Πάνος πήρε τη Μαίρη απ' το χέρι, την έβαλε να γονατίσει μπροστά στο γυμνό άντρα και της ζήτησε να του τον πάρει τσιμπούκι. Αυτή, απλώνοντας το χέρι της και πιάνοντας το γυμνό πούτσο, ένιωσε τη σκληράδα του κι ερεθίστηκε πολύ. Τον έχωσε βιαστικά μέσα στο στόμα της κι άρχισε να τον ρουφάει σφιχτά. Αισθάνθηκε τον ερεθισμένο άντρα να πλημμυρίζει από καύλα και το μουνί της να πλημμυρίζει από υγρά.

Καθώς αυτός καύλωνε πολύ και η Μαίρη έκανε επί ώρα με όρεξη το πιο απίθανο τσιμπούκι που είχε κάνει ποτέ, ήρθε ο Πάνος και την αποτράβηξε, βάζοντάς την να καθίσει στο κρεβάτι.

«Έλα», είπε στον Αρη, «Ξεκούμπωσέ της το φόρεμα, να παίξεις όσο θέλεις με τα στήθια της». Ο καυλωμένος άντρας την πλησίασε, ξεκούμπωσε βιαστικά το φόρεμά της, έλυσε το σουτιέν και πέταξε έξω τα δυο χυμώδη λευκά βυζιά της, με τις ολοστρόγγυλες φουσκωτές ρόγες.

Τα χάιδεψε τρυφερά και σιγά-σιγά άρχισε να τα σφίγγει δυνατά. Η φουντωμένη γυναίκα ερεθίστηκε. Το αρσενικό ζώο την πονούσε κι αυτή ευχαριστιόταν. Άφησε μια παρατεταμένη κραυγή πόνου κι εκείνος, τότε, έβγαλε τη γλώσσα του και της έγλειψε τα βυζιά απαλά και στοργικά. Κάποιες στιγμές ρουφούσε επίμονα τη ρόγα της, μέσα στο στόμα του, όπως ρουφάει το μωρό την πιπίλα, κι εκείνη του χάιδευε τρυφερά τα μαλλιά.

Αλλά παρενέβη ο Πάνος και ζήτησε απ' το νεαρό να της γλύψει τα πόδια. Ο Αρης υπάκουσε κι, αφού τράβηξε το φόρεμά της και την άφησε μόνο με την κιλότα, έσκυψε κι άρχισε να πιπιλάει με μακριές διαδρομές τα μπούτια της απ’ το γόνατο μέχρι το τρίγωνο της αμαρτίας, ενώ τα χέρια του της χάιδευαν σφιχτά τις γάμπες. Όταν το στόμα του κι η καυτή αναπνοή του πλησίασαν στο αιδοίο της, η Μαίρη ανατρίχιασε και ψιθύρισε στον Πάνο: «Πες του να μου γλείψει το μουνί, σε παρακαλώ. Πες του, μη με βασανίζεις».

Ο άντρας της όμως, με απάθεια και σαδισμό, τη διέταξε να γυρίσει μπρούμυτα πάνω στο κρεβάτι κι έδωσε εντολή στον επιβήτορα της γυναίκας του να της βγάλει το βρακί και να της φιλήσει τον κώλο και την πλάτη. Ο Αρης, κατεβάζοντας την κιλότα της κι αποκαλύπτοντας τον ωραιότατο πισινό της, αισθάνθηκε το καυλί του να τσιτώνει μέχρι να σπάσει. Άρχισε να της χαϊδεύει τον κώλο και να της τον φιλάει, σκαλίζοντας πού και πού την κωλοτρυπίδα της με τη γλώσσα του, ενώ τα χέρια του έσφιγγαν και έτριβαν δυνατά τα τροφαντά της μπούτια. Μετά, αφού έγλειψε κυκλικά και απαλά τα κωλομέρια της, έβαλε τη γλώσσα του στη μέση της κι άρχισε να τη σέρνει αργά προς τα πάνω, διαγράφοντας τη σπονδυλική της στήλη.

Ταυτόχρονα, ο άντρας της τής ψιθύριζε:

«Αχ! Πόσο καυλώνω, να βλέπω τη γλώσσα του γαμιά σου να σέρνεται αργά πάνω στην πλάτη σου και να γεύεται τη σάρκα σου. Την αισθάνεσαι;»

«Ναι, την αισθάνομαι», απάντησε εκείνη, «Έχω ανατριχιάσει ολόκληρη».

Ώσπου ο Άρης, γαργαλώντας με τη γλώσσα του τη ράχη της, έφτασε πάνω-πάνω κι άρχισε να της γλείφει και να της δαγκώνει τους ώμους, ενώ είχε πέσει ολόκληρος επάνω της και ο πούτσος του τριβόταν με δύναμη ανάμεσα στα κωλομέρια της και τα χέρια του χούφτωναν με δύναμη τα βυζιά της. Νιώθοντας η Μαίρη το πεινασμένο αρσενικό να την έχει ακινητοποιήσει και να τη δαγκώνει με βουλιμία, σα' να θέλει να την κατασπαράξει, και το σκληρό του πέος να χαϊδεύει τη σχισμή του κώλου της, ερεθίστηκε πάλι πολύ και ούρλιαζε όλο καύλα.

Οπότε, μπήκε ξαφνικά στη μέση ο Πάνος και, χωρίζοντάς τους, άρπαξε τη γυναίκα του, τη γύρισε ανάσκελα και ανοίγοντάς της τα πόδια, έδωσε εντολή στον Αρη να σκύψει και να της πιπιλίσει το μουνί. Καθώς η γλώσσα του νέου άντρα άγγιξε την κλειτορίδα και τα μουνόχειλά της, η Μαίρη εκτινάχθηκε απ' την ηδονή κι άφησε άναρθρες κραυγές ικανοποίησης. Αισθάνθηκε την πυρωμένη γλώσσα να εισχωρεί ανάμεσα στα χείλη του αιδοίου της και να βυθίζεται μέσα στον κόλπο της και λιγώθηκε τελείως.

«Αχ!», βόγκηξε, «Τι γλυκός, που είσαι. Χώσε μου τη μυτερή σου γλώσσα. Γλείψ' το το μουνί μου. Θέλω να με γαμήσεις με κάθε τρόπο απόψε, να μου κάνεις όλα τα ερωτικά κόλπα που ξέρεις». Και η παιχνιδιάρα γλώσσα, μυτερή σαν πούτσα εφήβου, συνέχισε για ώρα τα παιχνίδια με την κλειτορίδα και τα μουνόχειλα τής μεθυσμένης από καύλα γυναίκας, ώσπου αυτή άρχισε να του ζητάει εναγωνίως να τη γαμήσει ολοκληρωτικά.

Τότε, ο Πάνος αποτράβηξε το νεαρό σαδιστικά και του ζήτησε να σταθεί όρθιος, μακριά από τη γυναίκα του, και να παίξει την ψωλή του. Πράγματι, ο Αρης απομακρύνθηκε και, κοιτάζοντας τη γυμνή γυναίκα που περίμενε ολόγυμνη πάνω στο κρεβάτι, άρχισε ν' αυνανίζεται. Βλέποντας η Μαίρη το γυμνό άντρα να την κοιτάζει από μακριά με λαιμαργία και να παίζει μανιωδώς τον τεντωμένο του πούτσο μέσα-έξω, φούντωσε κι άνοιξε τελείως τα σκέλια της, δείχνοντάς του το φουσκωμένο μουνί της και προκαλώντας τον να τη γαμήσει. Αυτός όμως, αν και αισθανόταν σαν πύραυλος που τον είχαν ήδη πυροδοτήσει και ήταν έτοιμος να ορμήσει επάνω της και να την ξεσκίσει, κρατιόταν με το ζόρι, περιμένοντας το σύνθημα του άντρα της. Αλλά εκείνος, αφού τους είχε πυρώσει και τους δυο, διασκέδαζε σαδιστικά, κρατώντας τους σε απόσταση βολής μεταξύ τους. Δεν βιαζόταν καθόλου, αλλ' αντίθετα, το απολάμβανε και το φουμάριζε.

Αφού τους άφησε αρκετά να βλέπονται γεμάτοι βουλιμία και να ζουν με την προσδοκία της ολοκληρωτικής επαφής τους, αναπάντεχα, σε στιγμή που δεν το περίμεναν, έδωσε επιτέλους το σύνθημα, λέγοντας προς τον Αρη:

«Τώρα είσαι ελεύθερος. Μπορείς να της κάνεις ό,τι γουστάρεις. Είναι όλη δική σου».

Η Μαίρη ανατρίχιασε. Είδε το ολόγυμνο αντρικό κορμί με το τεντωμένο πέος να ‘ρχεται με φόρα κατά πάνω της κι άνοιξε τελείως τα πόδια της. Αυτός, μ’ έναν πήδο, έπεσε πάνω της με όλο του το βάρος και βύθισε με μιας το τεράστιο καυλί του μέσα στον κόλπο της. Εκείνη, νιώθοντας το νεανικό αντρικό όργανο να εισχωρεί βαθιά μέσα στα σπλάχνα της, ούρλιαξε από τον πόνο και την ηδονή, τύλιξε τα μπράτσα της γύρω του και του φώναξε: «Πλάκωσέ με, πηδηχταρά μου. Γάμα με. Χώσου όσο πιο βαθιά μπορείς μέσα μου».

Ο Αρης πέρασε τα χέρια του κάτω από τα μπράτσα της και, κολλώντας την επάνω του, έχωσε τον πούτσο του ως το τέρμα, όσο πιο μέσα μπορούσε. Ενώ η γαμημένη γυναίκα, τύλιγε τα πόδια της γύρω απ’ τον κώλο του, λες και ήθελε να τον πιέσει προς τα κάτω για να χωθεί ακόμα πιο πολύ μέσα της. Ο Πάνος, βλέποντας τη γυναίκα του να επιζητεί το βαθύ γαμήσι, ανέβηκε στο κρεβάτι και ξάπλωσε με τα ρούχα πάνω στο γυμνό άντρα, προσθέτοντας και το δικό του βάρος, οπότε η ηδονή των δυο σφιχταγκαλιασμένων εραστών αποκορυφώθηκε.

Έτσι, για πολλή ώρα, η Μαίρη έπαιρνε μέσα της το χοντρό πούτσο με όλο το βάρος των δυο αντρικών κορμιών, ο Αρης αισθανόταν να κάνει το πιο βαθύ γαμήσι της ζωής του και είχε χώσει το κεφάλι του στα βυζιά της, δαγκώνοντάς τα με μανία, κι ο Πάνος φίλαγε απανωτά το πρόσωπο και τα χείλη της γυναίκας του, φωνάζοντάς της:

«Πάρ' τον, μωρή καριόλα. Ξεσκίσου. Δώσ' τα όλα. Να δούμε, θα αισθάνεσαι τώρα ανία;»

«Αχ, άντρα μου», του απαντούσε εκείνη, «Σ' ευχαριστώ. Είναι καταπληκτικός ο γαμιάς που μου βρήκες. Θέλω να με γαμάει όλη νύχτα. Αυτό το γαμήσι θα μου μείνει αξέχαστο».

Κι ενώ ο Πάνος χαμογελούσε ικανοποιημένος, η Μαίρη αγκάλιασε το λαχανιασμένο πρόσωπο του

αρη που ξεφυσούσε επάνω της, του φίλησε με πάθος τα χείλη και του φώναξε: «Πήδα με, άντρακλα. Σου ανήκω απόψε. Τέτοιο πούτσο δεν έχω γευτεί ποτέ μου. Μου 'χεις ξετινάξει τα σπλάχνα. Διάλυσέ με».

Τότε, ο Αρης καύλωσε πολύ, τίναξε το κορμί του προς τα κάτω και βύθισε τον πούτσο του μέχρι την καρδιά της καυλωμένης γυναίκας, που άρχισε να τρέμει υστερικά απ' τον οργασμό και να φωνάζει μονότονα:

«Αχ, χύνω, χύνω, χύνω, χύνω...». Και καθώς τέλειωνε γεμάτη ηδονή, συμπλήρωσε: «Με ξέσκισες, παλιόπαιδο. Με διέλυσες».

Την ίδια στιγμή, ο νεαρός άντρας εκσπερμάτωνε μουγκρίζοντας μέσα στο μουνί της κι ο άντρας της έχυνε κι αυτός, ερεθισμένος, μέσα στο παντελόνι του.

Ενώ ο Πάνος πήγε στο μπάνιο για να πλυθεί, η Μαίρη άρπαξε το υγρό καυλί του Αρη και ήπιε μανιωδώς όλα του τα χύσια που είχαν περισσέψει. Μέχρι που ξανακαύλωσαν και κόλλησαν και πάλι τα κορμιά τους, συνεχίζοντας το ορμητικό τους γαμήσι.

Όταν γύρισε στο δωμάτιο ο άντρας της, βρήκε τον εραστή της γυναίκας του να της χώνει το καυλί του περιοδικά, μια στο μουνί της και μία στην κωλοτρυπίδα της, και να της έχει διαλύσει κυριολεκτικά τις τρύπες. Η Μαίρη έχυνε και ξανακαύλωνε συνεχώς, ενώ ο νεαρός επιβήτορας που την πηδούσε μπαινόβγαινε στα σωθικά της ασταμάτητα σαν ταχεία ατμομηχανή.

Προς το πρωί, αποκοιμήθηκαν κι οι τρεις αποκαμωμένοι και ήρεμοι. Το απόγευμα της Κυριακής, όταν ξύπνησαν, η Μαίρη που αισθανόταν να ‘χουν ξυπνήσει μέσα της τα ένστικτα του θηλυκού, τους πήρε από ένα γλυκό τσιμπούκι, τους καύλωσε και τους έβαλε να τη γαμούν από λίγο, πότε ο ένας και πότε ο άλλος. Όταν ερεθίστηκε πολύ, ίππευσε τον Αρη, κάθισε πάνω στο όρθιο καυλί του και, χοροπηδώντας με το καυλί του μέσα της, ηδονίστηκε και ξανάχυσε μ' όλη της την όρεξη και τη δύναμη.

Έτσι, το Σαββατοκύριακο της Μαίρης, αντί για ανιαρό, εξελίχθηκε σε πρωτοφανές σεξουαλικό γλέντι, που της έμεινε αξέχαστο. Ευχαρίστησε τον άντρα της για την πρωτοβουλία του και συμφώνησαν να το επαναλαμβάνουν πότε-πότε, για ν' ανανεώνεται και να αναζωογονείται κι η δική τους συζυγική-σεξουαλική ζωή.

ΚΙ ΕΖΗΣΑΝ ΑΥΤΟΙ ΚΑΥΛΩΤΙΚΑ, ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΚΑΥΛΩΤΙΚΟΤΕΡΑ...

 

Διαβάστε Επίσης....