:: www.Flock.gr :: Η Καθημερινή Σας Στάση! - Ερωτικές Ιστορίες - News - Lifestyle

User Rating: / 16 PoorBest 

Η Σύλβια ήταν ωραίο μωράκι. Γνωριστήκαμε στα 14 μας και γίναμε αμέσως ζευγάρι. Μαζί τα κάναμε όλα. Το πρώτο φιλί, την πρώτη φάση, τα πρώτα πειράματα στον έρωτα. Κι ήρθαν τα αγκαλιάσματα στο φαστ φουντ της γειτονιάς, το περπάτημα χέρι χέρι πλάι στη μαρίνα, οι επέτειοι κι οι κάρτες, τα λουλούδια. Τα ατελείωτα τηλεφωνήματα που μετά κουδούνιζε το κεφάλι μου, οι πρώτες ζήλιες, η ανάγκη να είμαστε μαζί τόσο πολύ που να θέλουμε ο ένας να γίνει κομμάτι του αλλουνού. 

 

 

 

 Καστανά πολύ ανοιχτά μαλλιά, ροδοκόκκινα μάγουλα σε ημίλευκο δερματάκι αψεγάδιαστο, τεράστια ολοστρόγγυλα μελιά διαυγή μάτια που όταν βουρκώνανε ήθελα να πεθάνω κι όταν γελούσε φώτιζαν το πρόσωπο της κι ένιωθα θεός...

 

Μέτριο ύψος, μονοκόμματο σώμα αλλά με ωραίο πλούσιο στήθος στρογγυλεμένο και στητό. Όταν φορούσε την καρό πουκαμίσα της την έγδυνα με τα μάτια και πολλές φορές πηγαίναμε στα αποδυτήρια και κάθε φορά όλο και κάποιο κουμπί της έκοβα. Κι ύστερα τις Κυριακές που καθόμασταν σπίτι της με κοίταγε πονηρά η μάνα της και πέταγε σπόντες άκακα όμως.

 

 Η Σύλβια ήταν επιμελής μαθήτρια. Εγώ απ' την άλλη ήμουν καλός στα μαθηματικά. Όλα τα άλλα με αφήνανε αδιάφορο. Όταν κάναμε τα όνειρα μας για το δικό μας σπιτάκι μακριά απ' όλους τους άλλους γονείς και φίλους για ένα χρόνο πραγματικά χρειάστηκε να βάλω τα πόδια στον ώμο για να πετύχω το στόχο της, το στόχο μας να περάσω στη συμπρωτεύουσα. Και στο τέλος φόρτσαρα και τα κατάφερα. Στην αρχή βέβαια κανένας απ' τους γονείς μας δεν ήθελε να μείνουμε μαζί. Οι δικοί της από φόβο μην τη γκαστρώσω και καταστραφεί το μέλλον που της είχαν σχεδιάσει κι οι δικοί μου πολύ περισσότερο ορθολογιστικά πίστευαν πως αυτή η κοπέλα με κράταγε σταθερό κι ανοδικό κι η συγκατοίκηση σε τόσο μικρή ηλικία θα οδηγούσε στο τέρμα. 

 

 

 

 Και βέβαια για άλλη μια φορά η μετεφηβική φούρια και η ανωριμότητα να διαχειριστούμε μια συγκατοίκηση ανάμεσα στα δυο φύλα οδήγησε στα χειρότερα σενάρια. Ήδη απ' τους πρώτους δυο μήνες που η αρχική λαχτάρα και το πάθος άρχισαν να εξανεμίζονται και απ' την καθημερινή τριβή και απ' τον καταμερισμό των δουλειών του σπιτιού και φυσικά απ' το καπάκι που δε σήκωνα στη λεκάνη και απ' τα χαρτιά της περιόδου που παράταγε με το αίμα προς τα πάνω οδήγησαν σε ένα δρόμο συνεχούς ψυχραμάρας.  

 

 Το σεξ από φοβερό έγινε αναγκαίο χαλαρωτικό κι από αναγκαίο χαλαρωτικό καταναγκαστικό έργο πότε με πίεση δική μου πότε δική της. Δεν είχαμε βέβαια και καμιά σπουδαία φαντασία. Πολλά φιλιά στο στόμα, στο λαιμό, τρυφερά λόγια και ιεραποστολικό. Δεν ήξερε και πολλά πράγματα αλλά ήταν ηφαίστειο η μικρή μου.

 

Φυσικά το πως δεν ήταν ειδήμων ούτε εκείνη και ούτε εγώ το ανακάλυψα στα χρόνια που πέρασαν και στις σχέσεις που έκανα. Από άγαρμπος που μπήκα στην επόμενη σχέση κι απ' τα άγουρα και αβέβαια χάδια μου έγινα κατ' ομολογία ένας καλός εραστής και ανοιχτός σε προτάσεις και σε κάθε πιθανή φαντασία και φαντασίωση από πλευράς της παρτενέρ μου. Βέβαια  και οι κοπέλες που διάλεγα πάντα ήταν στο άλλο άκρο απ' τη Σύλβια. Ανεξάρτητες υπάρξεις, έχοντας βάλει όρια στους δικούς τους και λίγο ως πάρα πολύ τρελιάρες και ελεύθερες στη συνείδηση τους.

 

  Ποτέ δε μου έλειψε το σεξ με τη Σύλβια, μα η τρυφερότητα, οι αγκαλιές, τα υγρά και ηχηρά φιλιά μας ναι μου λείψανε και πολλές φορές τη σκέφτηκα. Δεν την ξαναείδα όταν πήραμε την απόφαση ύστερα από ένα φοβερό καβγά να χωρίσουμε. Δε δώσαμε υποσχέσεις φιλίας, δεν είπαμε πως δε θα χαθούμε. Ακολούθησε ο καθένας μας την πορεία που ήθελε.

 

 Καμιά άλλη κοπέλα απ' όσες ήρθαν δε με απογείωσε ξανά, ήμουν μετριασμένος πάντα και στα συναισθήματα που έδειχνα και στο πόσα επέτρεπα στον εαυτό μου να νιώσει. Δεν ανοίχτηκα σε καμια πραγματικά. Όμορφες στιγμές υπήρξαν, ερωτεύτηκα στο μέτρο που άφησα τον εαυτό μου να το κάνει. Μα δεν ξανάκλαψα για κοπέλα, δε σκοτίστηκα περισσότερο από μερικές θυμωμένες κουβέντες και εξάρσεις ζήλιας που πάντα όμως έφερνε το ποτό. Ασχολιόμουν πολύ με το σεξ με πολλές και διάφορες κοπέλες, με πλήθος χόμπι που ξεκίναγα τη μια ημέρα και παράταγα την επόμενη αλλά δεν εγκατέλειψα τη σχολή μου που ήταν τελικά και το κληροδότημα της Σύλβιας σε 'μενα, το οτι με απογείωσε μα κι η τελευταία της φράση, πως θα αποτύχω, πως θα χαθώ χωρίς εκείνη και οτι θα μου αξίζει. 

 

   Οι γονείς μου ποτέ δε μου αρνήθηκαν κάτι, μα εγώ είχα πάρει την απόφαση πως ότι κι αν μου έπαιρναν εγώ θα έβγαζα με τα χέρια και το δικό μου κόπο την αξία του, είτε πρόκειτο για ένα ακριβό πουκάμισο, είτε για κάποιο αυτοκίνητο. Όταν τελείωσα τη σχολή μου μετά από μια πενταετία κατά την οποία δεν επέστρεψα σπίτι μου ούτε καν στις γιορτές ή τα καλοκαίρια. Πάντα έρχονταν οι δικοί μου και τα αδέρφια μου. Είχα δημιουργήσει ένα κόσμο κατάδικο μου. Οι σπουδές μου, οι σχέσεις μου, το σερβιτοριλίκι. Δεν άφησα βέβαια κι αιχμές να με κυνηγάνε από πίσω. Ούτε με το κουτάλι για να φάω, ούτε κάπνισα, ούτε έμπλεξα με παρανομίες και ναρκωτικά. Ζούσα στα άκρα που μπορούσε να μου προσφέρει η ζωή σεβόμενος κάποιους κανόνες τους. Θα έκανα μπάτζινγκ τζάμπινγκ για την αδρεναλίνη, μα τους ιμάντες θα τους διπλοέλεγχα. Καθένας μας αξίζει την ευτυχία για όσο του μέλλει να ζήσει και δε τη ρισκάριζα.

 

  Όταν κατέβηκα τελικά στην Αθήνα είχα αποκτήσει και την εμπειρία του στρατού που μου έκοψε κάθε ικμάδα έπαρσης που μπορεί να μου άφησαν οι κάποιες επιτυχίες μου σε διάφορους τομείς. Με το μικρό κομπόδεμα που είχα κάνει μπόρεσα να κάνω ένα μεταπτυχιακό στη Γαλλία που θα με έκανε ανάρπαστο στον κλάδο μου κι επέστρεψα τελικά Και τελικά στα 27 ήμουν έτοιμος να ξεκινήσω τη ζωή μου μόνος μου. Έπιασα ένα σπίτι μαζί με τα αδέρφια μου στο Κουκάκι, προσλήφθηκα στην εταιρία που ονειρευόμουν, αγόρασα τη μηχανή που ήθελα και γνώρισα την Ελευθερία.

 
 Σεμνή κοπέλα τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη μου με πολλές εμπειρίες στο κρεβάτι αλλλά χαμηλών τόνων και χαμαιλέοντας. Προσαρμοζόταν σε οποιοδήποτε περιβάλλον με αποτέλεσμα οι γονείς μου να τη θεωρούν αξιαγάπητη, ο αδερφός μου να της εκμυστηρεύεται τα προσωπικά του κι η αδερφή μου να βγαίνει μαζί της για καφέ. Τελικά ήρθε κι εκείνη στο μεγάλο πεντάρι που νοικιάζαμε. Παρότι θα μπορούσαμε να κοιμόμαστε μαζί έφερε ένα τεχνίτη κι έφτιαξε ένα χώρο με γυψοσανίδα και μου ξεκαθάρισε απ' την αρχή πως είναι πάντα διαθέσιμη για 'μενα αλλά τον προσωπικό της χώρο οφείλω να τον σέβομαι. 
 
 

 Κάποιο βράδυ ήμασταν σε μια ταβέρνα με την οικογένεια μου και την Ελευθερία που χωρίς καμιά ντροπή μου την έπαιζε κάτω απ' το τραπέζι. Μπαίνανε διάφοροι πλανόδιοι που πουλούσαν κουκλάκια, χαρτομάντιλα, αναπτήρες, σιντί και ζητιάνοι. Μπήκε μια κοπέλα μέσα στη λίγδα που παραντουρούσε. Φορούσε ένα λερωμένο πράσινο πουκάμικο και μαύρο τζιν με μυτερές μπότες από κακής ποιότητας δερματίνη. Βρωμούσε και τα μάτια της ήταν διεσταλμένα και τα χείλη της τόσο λευκά σα βαμμένα. Οι περισσότεροι κάτι της δώσανε, άλλοι τη διώχνανε ευγενικά ή μισοφοβισμένα ή ακόμη και με δυσφορία. Πριν το τραπέζι μας ήταν μια παρέα που είχαν πιεί πολύ. Ο κλασικός νταυραντομένος μαλάκας με τις τεράστιες πλάτες και τα φουσκωμένα μπράτσα που σε άλλες εποχές θα καυχιόταν πως έπιασε τα μεγαλύτερα ψάρια και τώρα βροντοφώναζε μπερδεύοντας τα λόγια του κι αγνοώντας την ηρεμία και την ανάγκη για ησυχία των γύρω του μίλαγε τόσο δυνατά που μας είχε όλους εκνευρίσει.

 
 

 Στο τραπέζι τους το κορίτσι φάνηκε να καταλαβαίνει πως κάτι δεν πάει καλά και προσπάθησε να κάνει το γύρο. Σαν σε αργή κίνηση ο μαλάκας την άρπαξε απ' το χέρι και την τράβηξε μπροστά του

 
 

-κούκλα μου από 'μενα δεν πέρασες, δε σου γεμίζω το μάτι πως το φυσάω;

 

 η κοπέλα δε μίλησε, εκείνος γέλασε ειρωνικά

 

 -θα κάνουμε μια συμφωνία, έφτυσε μέσα απ' τα δόντια του μπερδεύοντας τα λόγια του, τράβηξε κι άλλο το χέρι της και το έβαλε στο ύψος των αρχιδιών του..

 

-Θα πάμε μέσα στις τουαλέτες κι αν ικανοποιηθώ θα σου δώσω πέντε ευρώ εντάξει;

 

 κόντεψα να πνιγώ απ' τα γέλια όταν με το χέρι της ζούληξε τα αρχίδια του κι εκείνος έβγαλε μια πνιχτή κραυγή και μπλάβισε ολόκληρος. Μετά όμως με τη μπουνιά του τη βάρεσε στο πλάϊ του κεφαλιού και την έσπρωξε. 

 Καλά αυτός ήταν μαλάκας και μεθυσμένος, αλλά δεν υπήρχε ένας άντρας σε ολόκληρο το μαγαζί;;; Ο πατέρας μου πήγε να σηκωθεί απ' το τραπέζι. Ένας άνθρωπος που έχει κάνει μπαλονάκι πήγε να βοηθήσει ένα πρεζόνι ένα άγνωστο του κορίτσι κι όλες οι άλλες αδερφές εκεί μεσα κοιτάγανε αλλού.
 Σιγά μην τον άφηνα. Σηκώθηκα εγώ απ' το τραπέζι. Ούτε σε γυμναστήρια πάω,  ούτε χειρωνακτική δουλειά κάνω, αλλά άμα πρέπει καθημερινά να κουμαντάρεις στο δρόμο μια μοτοσυκλέτα διακοσίων πενήντα κιλών όσο να 'ναι μουσκουλεύεις κάπως. 
 

Έπιασα τον τύπο απ' το χέρι και ήπια του είπα να αφήσει το κορίτσι να φύγει. Δεν άντεξε να μη σπρώξει κι εμένα. Άνισο μεν αλλά η γροθιά που έφαγε ο μεθυσμένος ήταν όλη δική του. Το έκανα για να μην εμπλακεί ο πατέρας μου και γιατί δεν μ' αρέσει να βαράνε γυναίκες, δεν το γουστάρω. 

 Tο πρεζόνι ήρθε στο τραπέζι μας. Ο πατέρας μου της τράβηξε μια καρέκλα κι έβαλε μπροστά της ένα πιάτο με ό,τι είχε περισσέψει απ' το φαγητό μας. Έφαγε με όρεξη. Δε μπορώ να πω πως κοίταγε με ευγνωμοσύνη, πάντως φεύγοντας αφού τη χαρτζηλικώσαμε κιόλας μου έκανε το μεγαλύτερο, το πιο πολύτιμο δώρο μα και κατάρα.
 

Γύρισε πίσω ενώ έφευγε και με σιγανή φωνή μου απεύθυνε το λόγο

 -Σ' έχω δει
 

  δεν τσίμπησα το πήρα παραμυθάκι για να της στάξω κι άλλα λεφτά. Ευγενικά την καληνύχτισα. Μάλλον μέσα στην αφασία της κάποια στάλα εγωισμού είχε μείνει μα αυτό που είπε ήταν σα να με χτύπαγε. Ένιωσα δυσφορία, ζαλάδα και πολύ μα πάρα πολύ μαλάκας κι ευχήθηκα να είχα αφήσει το φλώρο να τη ρίξει νοκ άουτ...

 
 

-Η Σύλβια έχει φωτογραφία σου...

 
 

ΠΟΥ ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΟΥΤΑΝΑ ΜΟΥ ήξερε αυτό το χαμίνι τη Σύλβια, το αστέρι, το παιδί που ότι ξεκίναγε το τελείωνε με επαίνους. Το πιρούνι του πατέρα μου έπεσε. Αντάλλαξε ματιές με τον αδερφό μου ο οποίος έβγαλε κι άλλα λεφτά τα έδωσε στην κοπέλα και τη συνόδευσε μέχρι έξω.

 

Δεν μπορούσα να αντιδράσω, για την ακρίβεια δεν ήμουν σίγουρος τι είχα ακούσει ή πως να το μεταφράσω. 

 

Όσο κι αν τους χρύσωσα να μου πουν και παρά τις κλεφτές ματιές της μάνας μας κανένας δε μου είπε λέξη και παριστάνανε πως δεν ξέρανε. 

 
 

-------------------

 
 

Εμένα όμως μου έγινε έμμονη ιδέα να μάθω. Την επόμενη Παρασκευή έφυγα απ' τη δουλειά σχετικά νωρίς. Φόρεσα τζιν και φούτερ. Πήγα στα στέκια που ήξερα πως θα βρω τη μικρή αλήτισσα. Και τη βρήκα τύφλα απ' την πρέζα και ποιός ξέρει τι άλλο. Ήταν σε αφασία ούτε που με κατάλαβε. Είχα ένα φίλο στην περιοχή που είχε μια παλιά αποθήκη. Δε χρειάστηκε και ιδιαίτερη προσπάθεια ούτε για να τη σύρω μαζί μου ούτε και με σταμάτησε κανένας. Σε 'κεινα τα μέρη όταν έβλεπες κάποιο νηφάλιο να σέρνει ένα πρεζόνι δε ρωτούσες.

 

 Δέκα ώρες της πήρε ν' αποκτήσει επαφή με την πραγματικότητα. Ήθελα να μάθω και ήμουν πρόθυμος να τα σκάσω αν αυτό ήταν το τίμημα. Σιχαινόμουν μεν τον εαυτό μου που της πρόσφερα πρόσβαση μέσω των χρημάτων μου στη ντόπα αλλά όταν σκεφτόμουν το γλυκό κορίτσι των 14 των 15 των 16 των 17 και των 18 δε μπορούσα, δεν ήθελα να κάνω πίσω, ήθελα να τη βρω και απλά να δω πως είναι καλά και ότι άκουσα ήταν μαλακείες.

 

  Τελικά με τα πολλά εικοσάευρα πείστηκε και μου έδωσε μια διεύθυνση χωρίς άλλες εξηγήσεις. 

 
 

Έπρεπε όμως να γυρίσω στους δικούς μου. Η Ελευθερία είχε σπάσει τα τηλέφωνα, το ίδιο και τ' αδέρφια κι η μάνα μας. Μόνο ο πατέρας μου, μου έριξε μια ματιά και ήξερα πως είχε καταλάβει που ήμουν και τι έκανα.

 
 

Στο μεσημεριανό της Κυραικής τον ακολούθησα στο μπαλκόνι που κάπνιζε.

 

-Θες να τη βρεις, είπε απλά με τη μπάσα σοφή φωνή του ενώ έστριβε τσιγάρο και συνέχισε

 
 

-Ξέρω, αλλά δε θα σου πω κουβέντα. Όλοι ξέρουμε. Επιλέξαμε να μη σε εμπλέξουμε. Λάθος ή σωστό δεν ξέρω, αλλά πλέον είναι στα χέρια σου. Χρωστάς και χρωστάμε σ' αυτό το κορίτσι αλλά πρόσεξε μη σε καταπιεί το σκοτάδι.

 
 

Δε μίλησα ούτε εκείνος είπε κάτι άλλο. Ήταν πεισματάρης σαν κι εμένα, δε θα μου έλεγε άλλα και γνώριζα πως όλη η οικογένεια μας τον σεβόταν τόσο ώστε να μη μου πουν ούτε εκείνοι.

 

  Άφησα αυτή τη διεύθυνση κατά μέρος για τώρα. Πήγα στο παλιό της σπίτι εκεί που απ' τα δεκατέσσερα είχα περάσει τόσες όμορφες Κυριακές αγκαλιά με τη μικρή μου. Το άλλοτε φροντισμένο δίπατο σα να είχε συρρικνωθεί. Η μπογιά ξέφτιζε, οι σίτες είχαν μισοσκιστεί, η πόρτα ήταν γρατσουνισμένη, η ίδια μπεμβέ που είχαν τότε οι δικοί της αλλά καταχτυπημένη και βρώμικη ήταν μπροστά στο σπίτι δίπλα σ' ένα παμπάλαιο πεζώ μπορντώ.  

 

  Πάνω που ετοιμαζόμουν να πλησιάσω την εξώπορτα, βγήκε ο αδερφός της. Έκατσα σε σημείο να μη με δει. Παρότι είχε μεγαλώσει τον αναγνώρισα. Ψηλός, κοκαλιάρης με ταχύ βήμα και σίγουρες κινήσεις μπήκε στο πεζώ κι έβαλε μπρος. Σε μια απόφαση της στιγμής τον ακολούθησα. Έβαλα μπροστά και τον πήρα από πίσω. Σταμάτησε στην πλατεία της Βούλας. Σε κάποιο καφέ τον περίμενε μια κοπέλα πολύ φίνα. Δεν πλησίασα περίμενα. Κάποια στιγμή σηκώθηκε και πήγε στην τουαλέτα. Χωρίς άλλη σκέψη πήγα και κάθισα δίπλα στην κοπέλα του.

 

-Δεν έχω χρόνο πριν επιστρέψει ο φίλος σου, θέλω να μου απαντήσεις σε μια ερώτηση...

 

η κοπέλα ήταν κουκλάρα, με κοίταξε με σίγουρο βλέμμα κι ίσως να φανταζόταν πως θα της κόλλαγα αλλά εγώ συνέχισα με σταθερή φωνή και δίχως να την αφήνω απ' τα μάτια μου

 
 

- ο φίλος σου έχει μια αδερφή, τί ξέρεις γι' αυτή;

 
 

-γιατί να σου πω; απάντησε με θράσος αλλά κι εν μέρει επιφυλακτικά

 
 

-γιατί τη νοιάζομαι, αυθόρμητα μου βγήκε

 
 

κάτι στον τρόπο μου πρέπει να την έπεισε

 
 

-ποιός είσαι;

 
 

-έχει σημασία;

 
 

κάτι στο βλέμμα της σπίθησε..

 

 

 -θαρρώ ξέρω
 

 

συνέχισε ύστερα από λίγο

 
 

-πάρε το κινητό μου και τηλεφώνησε μου το βράδυ να συναντηθούμε τώρα δεν είναι κατάλληλη στιγμή, αν είσαι αυτός που φαντάζομαι καλύτερα να μη σε δει ο Γιάννης θα στενοχωρηθεί

 

 φαντάστηκα πως με πέρασε για κάποιον άλλο αλλά η εξέλιξη με βόλευε, πήρα το τηλέφωνο κι έφυγα γρήγορα.

 

 Πράγματι, της τηλεφώνησα μερικές ώρες μετά. Κανονίσαμε να βρεθούμε κοντά στο σπίτι της.

 
 

χωρίς εισαγωγές ξεκίνησε

 

 

-είσαι ο Μάριος έτσι δεν είναι;

 

 

κι όμως είχε καταλάβει ποιός ήμουν

 
 

-νόμισα πως με πέρασες γι' άλλον. Αφού ξέρεις ποιός είμαι γιατί θα στενοχωριόταν ο Γιάννης αν με έβλεπε;

 
 

- γιατί θα του θυμίσεις τα καλά χρόνια της αδερφής του

 
 

ΩΠΑ! Καμπανάκια άρχισαν να βαράνε

 
 

-Τί της συνέβηκε; ρώτησα ξεχυχισμένα

 
 

-Αυτά που ξέρω είναι από μισόλογα, πάντως όταν χωρίσατε γνώρισε κάποιον που την έμπλεξε με σκληρά ναρκωτικά

 
 

πρώτη μαχαιριά. Κι όμως το φανταζόμουν κι όμως με πόνεσε. Ήταν τόσο άδικο...

 

συνέχισε...

 
 

-την έδερνε κιόλας

 
 

ΜΑ ΠΟΣΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ

 
 

-σύντομα όλοι οι γνωστοί την κάνανε πέρα. Έκλεβε, κοιμόταν με όποιον της έδινε λίγη στοργή και λίγη πρέζα

 
 

ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ!

 
 

-σταμάτα! σταμάτα!

 
 

αναφώνησα

 
 

-δεν το αντέχω άλλο. Πού είναι τώρα;

 
 

-Την αγαπάς, μου είπε γλυκά σχεδόν με κατανόηση

 
 

-μα δεν την ξέρεις, συνέχισε σιγανά

 
 

-όχι πια

 
 

-πού θα τη βρω;

 
 

-Αυτό είναι το πρόβλημα, κανένας δεν την έχει δει τα τελευταία δυο χρόνια παρότι ξέρουμε πως είναι στην Αθήνα.

 
 

της είπα για το περιστατικό με το πρεζόνι στην ταβέρνα. Της έδωσα το ελεύθερο να το διαχειριστεί όπως νομίζει.

 
 

-Πιστεύεις πως θα κερδίσω κάτι αν πάω να βρω τους γονείς της;

 
 

-Μη τους δώσεις ελπίδες

 

 

Ήταν κι η τελευταία φράση της, αν και φεύγοντας μου είπε κοφτά

 
 

-Αν τη βρεις για να την τραβήξεις πρέπει να είσαι στιβαρός...

 
 

Μερικές ημέρες μετά χτυπούσα το κουδούνι των γονιών της. Με παρακινούσε μια εσωτερική δύναμη που αγνοούσα πως είχα. Χωρίς ένταση δε μπορούσα να σταματήσω. ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΤΗ ΒΡΩ.

 
 

Ο πατέρας της ίδιος όπως τότε άνοιξε την πόρτα. Με κοίταξε για λίγο. Το παιδικό σώμα είχε δώσει τη θέση του στο σώμα ενός άντρα με δυνατά χέρια, μακριά πόδια. Τα μαλλιά μου ημίμακρα δαχτυλίδια, τα γένια μου πλούσια και το βλέμμα μου άφοβο και σίγουρο.

 
 

-Παρακαλώ;

 
 

η φωνή του ήταν αβέβαιη, τώρα που τον καλόβλεπα είχε κάνει ζάρες στο λαιμό κι ήταν ατημέλητος και μελαγχολικός.

 

Πρέπει ν' ακούστηκα αμείλικτος ίσως κι απειλητικός

 
 

-Ήρθα για την κόρη σου

 
 

με κοίταξε, ακόμη δε με είχε αναγνωρίσει

 
 

-Πρέπει να τη βρω, του είπα αυστηρά

 
 

άφησε την πόρτα ανοιχτή και πισωπάτησε προς τα μέσα. Το σαλόνι τους ήταν όπως το θυμόμουν αλλά αφρόντιστο και λερό. Η γυναίκα του καθόταν στον πάγκο της κουζίνας και διάβαζε κάτι. Με κοίταξε κι εκείνη...

 
 

-Λοιπόν; με κοίταξε διστακτικά χωρίς να με καρφώνει ο πατέρας της

 
 

-θέλετε να μου πείτε ποιός είστε; Έχει κάποιο χρέος η κόρη μου;

 
 

Έγινα έξαλλος εκείνη τη στιγμή. Πρέπει να είχαν έρθει πολλοί αναζητώντας την κόρη του. Κι αυτός είχε παραιτηθεί ήξερε πως η κόρη του κάπου ήταν και δεν έκανε τίποτε άλλο απ' το να κάθεται σε ένα καναπέ. Βέβαια μπορεί να τον είχε καθηλώσει η απώλεια της αλλά και πάλι δεν καταλάβαινα την απάθεια του και το φόβο του να σηκώσει τα μάτια και να αναρωτηθεί με πυγμή ποιός μαλάκας αναζητούσε και γιατί την κόρη του.

  

Τώρα φώναζα:

 
 

-ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΚΟΡΗ ΣΟΥ;

 
 

Η μάνα της θορυβήθηκε, σα να ξύπνησε από λήθαργο. Με κοιτούσαν κι οι δυο αποσβολωμένοι.

 

 

 

-Δεν ξέρετε ποιός είμαι έτσι δεν είναι; Το μυαλό σας κόλλησε στη μαλακεία σας.

 καμιά αντίδραση...
 
 

Με λένε Μάριο και γνωριστήκαμε πριν δεκατρία χρόνια.

 
 

Ένα τσάφ! και σα να ξύπνησαν.

 

 

Ο πατέρας της με κοίταξε κατσούφικα.

 -Άλλαξες Μάριε.
 
 

Δεν ξέρανε τίποτα, δεν είχε κανένα νόημα να μείνω. Αυτά τα δυο κουφάρια είχαν πεθάνει μέσα τους. Είχαν κηδέψει ένα παιδί που απ' όσο γνώριζα ζούσε ακόμα. Απογοήτευση; Θλίψη; Απομυθοποίηση; Δεν ξέρω πάντως αυτοί οι δυο δεν ήταν μαχητές. ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΑΞΙΖΕ ΝΑ ΤΗΝ ΕΧΟΥΝ.

 
 

Στο δρόμο παραλίγο να τρακάρω. Είχα εξαγριωθεί. Τώρα ήταν η ώρα ν' αξιοποιήσω εκείνη τη διεύθυνση.

 -----------------
  Επρόκειτο για ένα φριχτό μαγαζί που καμιά δεκαριά σάρκες άνευρες χορεύανε υποτίθεται προκλητικά μα στην πραγματικότητα διαφήμιζαν τι θα δίνανε για λίγα λεφτά ή για τη δόση τους. Ένα κωλόμπαρο που μπορούσες να αγοράσεις νεαρά κορίτσια με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.
 
 

Αποκλείεται να μου ανοιχτούν σ' αυτό το χώρο αν δεν πήγαινα με τα νερά τους. Δεν ήθελα ν' αγγίξω, να εκμεταλλευτώ αυτές τις άψυχες ψυχές κι όμως έπρεπε αφού με μια πρώτη ματιά δεν την έβλεπα πουθενά.

 
 

 Άρχισα να συχνάζω εκεί. Θεώρησα σωστότερο να κολλήσω με μια συγκεκριμένη κοπέλα για να φαίνεται πως την έχω καψουρευτεί. Τη φωνάζανε Αλέκα. Τα μαλλιά της ήταν πολύ μακριά, το πρόσωπο της τόσο αδιάφορο που την ξεχνούσες αμέσως μα είχε ακόμη κάποιες καμπύλες και μάλιστα η μέση και ο κώλος της θυμίζαν ιδεώδες μήλου. Είχε μικρά στρογγυλά βυζιά. Ήταν όμως και η μόνη που δεν έκανε χρήση. Το έκανε για τα λεφτά. Γι' αυτό και οι περισσότεροι δεν την προτιμούσαν διότι τα αρρωστημένα που είχαν στο μυαλό τους δε θα τα δεχόταν εύκολα μια κοπέλα σώας τας φρένας. Απ' την άλλη ήταν και πιο επικίνδυνο κι έπρεπε να είμαι διπλά προσεκτικός να μην με πάρει χαμπάρι.

 

 Πάντως μπορώ να πω με βεβαιότητα πως στην πίπα ήταν τεχνήτρα. Άπραγε σα γύπας τον πούτσο μου με τα δυο της χέρια τον πήγαινε για λίγο πάνω κάτω με δύναμη κι ύστερα τον έχωνε όλο στο στόμα της και τον μπαινόβγαζε με βιάση και δύναμη. Άλλες φορές την έχυνα στο στόμα, άλλες πάλι που προφασιζόμουν πως είχα περισσότερα λεφτά μαζί μου αφού την κάθζα πάνω μου ανάποδα, με την πλάτη της δηλαδή -αυτό μ' άρεσε η κομψή και δίχως την παραμικρή ραγάδα πλάτη της-προς το μέρος μου  την έπαιρνα για λίγο έτσι και κατέληγα με τα χέρια μου στη μέση της σε κατακόρυφη θέση να σφυροκοπάω την ξεσκισμένη πίσω σούφρα της. Ποτέ δε βόγκαγε αλλά πάντα έβρισκε ένα τρόπο να με γρατσουνίσει. Κι η φωνή της βραχνή έκανε τέλεια αντίθεση με την ηλικία της. Πάντα καταλήγαμε να μου λέει ''δώστα μου'' βραχνά και δυνατά ενώ την έχυνα σε όλο το πρόσωπο.

 
 

 Αυτή η ιστορία κράτησε τρεις βδομάδες κι ήταν μια μικρή απόλαυση. Μέχρι που ένα βράδυ άρχισε να μου ανοίγεται. Φαινόταν πως δεν ήταν καλά κι εγώ αν και πλήρωσα δεν την πίεσα για σεξ. Απλά μιλήσαμε. Άρχισε να μου μιλάει για τον εαυτό της, μπορεί και να μου έλεγε ψέματα δεν ξέρω, δε με ένοιαζε καθόλου, έπρεπε όμως να την προσεγγίσω μόνο αυτό μέτραγε. Μα την επόμενη κιόλας μέρα κλείστηκε πάλι σαν το στρείδι, με ''κέρασε'' μόνο για τα χτεσινά μια πίπα απολαυστική όπως πάντα και γυρίσαμε ξανά στα καθιερωμένα.

 

 Αλλά ήμουν σίγουρος και πως είχα εξάψει την περιέργεια της και πως είχα κάμψει τις αντιστάσεις της. Κάποιο βράδυ μου είπε:

 
 

''Είσαι τόσο όμορφος τί ανάγκη έχεις να το κάνεις αυτό''; ηξ φωνή της ήταν μελαγχολική και μ' ένα ίχνος απορίας...

 
 

έστω κι έτσι αυτή ήταν η ευκαιρία μου ίσως η μόνη να την πιάσω μια κουβέντα που θα έχει προκαλέσει η ίδια

 
 

-Υπήρχε κάποια...που χάθηκε στα σκοτάδια...και την αναζητώ

 
 

-την αναζητάς, πού μέσα μου; είπε ειρωνικά σα να μ' έπιασε να κλέβω γλυκά

 
 

 -οπουδήποτε και με όποιο κόστος αρκεί να τη βρω

  

τραβήχτηκε από κοντά μου, με κοίταξε με φόβο

 
 

-και πού χάθηκε;

 
 

-εκεί, εδώ, τί σημασία έχει για 'σενα;

 
 

σα να λύθηκε σα να την κέρδισα, δεν ξέρω τι πάντως η αλήθεια της με πάγωσε ίσως έπρεπε και να την περιμένω

 
 

-μ' έβαλε ο κύριος Άκης να σε πλευρίσω να μάθω γιατί έρχεσαι συνέχεια, δεν τον πείθεις πως έρχεσαι για 'μενα...

 
 

Σηκώθηκα, ντύθηκα, τη φίλησα τη είπα πως δε θα την ανακατέψω άλλο και τη χαιρέτησα.

 
 

Πήγα έξω στον ''κύριο'' Άκη στο μπαρ. Περίμενα να γείρει πάνω απ' το μπαρ και τότε ανασηκώθηκα και η μύτη μου σχεδόν άγγιζε τη δική του.

 
 

-Απέξω είναι μια μαύρη μπλε μηχανή, αγοράστηκε δεκαεφτά χιλιάδες. Αν μου πεις αυτά που θέλω κράτα τη!

 
 

έγλυψε τα χείλη του και με παρατήρησε υπολογιστικά

 

 

-ρίχτο ψιθύρισε επίπεδα χωρίς κανένα χρωματισμό στη φωνή

 
 

-το όνομα της είναι Σύλβια. Θέλω να τη βρω.

 
 

-κάνεις λάθος αγόρι

 
 

-νόμιζα οτι ξεκινήσαμε καλά....το έπαιζα ζόρικος μα μέσα μου έτρεμα

 
 

μ' έπιασε απ' το λαιμό αλλά δίχως να πιέζει

 

-δε σε παίρνει, τα μπρος πίσω και δίνε του

 
 

-Δε μπορώ να παίξω με τους κανόνες σου ούτε καν στο παιχνίδι σου, αλλά σου δίνω τη μηχανή μου, τα δουλεμένα μου αν μπορείς αν έχεις ποτέ δουλέψει, αν έχεις κοπιάσει σίγουρα καταλαβαίνεις τόσο καιρό που έρχομαι εδώ με πόσο αίμα έχουν βγει αυτά τα φράγκα. Δε θα σ' απειλήσω,δε μπορώ να το κάνω. Στο ζητάω απλά πες μου για τη Σύλβια

 
 

στο τέλος έκλεισα παρακαλετά τη φράση μου κι άφησα πάνω στη μπάρα τα κλειδιά μου...

 

Αυτός ο περίεργος, άγριος βλογιοκομμένος τύπος εντέλει χαμογέλασε. Έσπρωξε τα κλειδιά προς το μέρος μου και σχεδόν έφτυσε τις λέξεις

 

 

-η Σύλβια είναι νεκρή. Και ζει και δε ζει.

 
 

-απλά πες μου που...

 
 

Τη βρήκα σε κάτι ερειπωμένες εργατικές πολυκαυτοικίες. Θύμιζε κάτι ανορεξικές υπάρξεις που παρουσιάζουν ως πλάσματα προς παραδειγματισμό. Τα κόκαλα της πετάγονταν από παντού μυτερά, τα στήθη της πεσμένα δεξιά κι αριστερά και το δέρμα της ωχρό σαν της νεκρής.

 

Αυτή τη μηχανή δεν τη χάρηκα μα τουλάχιστον τα λεφτά της πήγαν για κάτι καλό. Μπόρεσα να τη βάλω σε ένα κέντρο απεξάρτησης καλό και να προσφέρω τα καλύτερα. Μα το κορίτσι που γνώριζα, δεν υπήρχε πια, παρά μόνο ένα σάρκινο περίβλημα κενό.

 
 

Περνούσα ώρες κοντά της, της διάβαζα, άλλοτε της κρατούσα το χέρι σε σπάνιες εκδηλώσεις με αγκάλιαζε σφιχτά χωρίς να μιλά. Μα ποτέ δε μιλούσε, ούτε καν όταν πονούσε κι έτρεμε τον πρώτο καιρό.

 

Κάποιος ψυχολόγος που έφαγε και τα τελευταία λεφτά της μηχανής μου με διάφορα τεστ κατέληξε πως είχε κακοποιηθεί τόσο πολύ που η ψυχή της πια δεν υπήρχε...

 

Όταν βγήκε καθαρή απ' την πρέζα και με λίγα κιλά παραπάνω, την πήγα σε ένα κομμωτήριο. Ήταν σαν παιδάκι, κοίταζε με μια χαρά την κομμώτρια καθώς της χάϊδευε τα μαλλιά, αυτή η κίνηση, κάθε κίνηση που γινόταν άδολα υπέρ της, την πλημμύριζε δάκρυα μα τα ματάκια της γελούσαν όχι όπως τότε που ήμασταν παιδιά μα γαλήνια, κατασταλαγμένα.

 
 

Ήταν καλοκαιράκι όταν επιτέλους άρχισε να βγαίνει στο μπαλκόνι και να κάθεται ώρες σε μια κούνια που έστησα για 'κεινη. Άφησα πολλά βιβλία δίπλα της δεν τα άγγιξε ποτέ ως εκείνη την πρώτη ημέρα που τη βρήκα να διαβάζει. Κι όταν την είδα και γέμισαν δάκρυα τα δικά μου μάτια σηκώθηκε κι έφερε τα λεπτεπίλεπτα χεράκια της γύρω απ' το λαιμό μου και με φίλησε τρυφερά

 
 

-Σ' ευχαριστώ αγάπη μου...

 
 

κι εκείνο το βράδυ κάναμε έρωτα όπως όταν ήμασταν παιδιά, πριν την πάρει το σκοτάδι...

 

 

Ήμουν ξαπλωμένος δίπλα της όταν έβγαλε τη νυχτικιά της κι ήταν γυμνή, κούρνιασε στην αγκαλιά μου με τράβηξε, με φίλησε στην αρχή απαλά κι έπειτα με βία κόλλησε τα χείλη της στα δικά μου και τα χέρια της όχι δειλά μα με σταθερές κινήσεις με έγδυσαν, ενώ με φιλούσε και ψιθύριζε στ' αυτί μου

 
 

-είσαι δικός μου, για πάντα δικός μου...αγάπη μου

 
 

γραπώθηκε στα σεντόνια και κατέβηκε προς τα κάτω, όχι δεν την άφησα, δεν ήθελα ήμασταν ίσοι δεν ήμουν καλύτερος της

 
 

-όχι αγάπη μου όχι αυτή τη φορά

 
 

κατέβηκα εγώ εκεί χαμηλά και πήρα τη γυναίκα που είχε ξεχαστεί, που είχε απαξιωθεί στο στόμα μου και της έδωσα την αγάπη μου όχι πια σαν παιδί αλλά σαν άντρας που αγαπούσε ακόμη τον παιδικό έρωτα μα και την απομυθοποίηση του γιατί τώρα πια έβλεπα μέσα της...

 

 

έγλυφα την κλειτορίδα της μου τραβούσε τα μαλλιά κι έπειτα χαλάρωνε και με χάιδευε, έλεγε ''μου λείπεις, έλα και φίλα με'' μα δε σταμάταγα ήθελα να το νιώσω όπως δεν της το πρόσφερα όταν ήμασταν νεαροί εραστές... και το κατάλαβε και μου το 'δωσε κι ένιωθα τον υγρό κόλπο της ν' ανοιγοκλείνει γοργά γύρω απ' το χέρι μου

 
 

και τότε μπήκα μέσα της απαλά με πολύ αγάπη, το ορκίζομαι και με βιάση μου χάιδευε την πλάτη ενώ τα πόδια της ήταν στους ώμους μου κι έμπαινα βαθιά μέσα της κι όλο και πιο γρήγορα και μέσα έξω και πιο έξω και καρφωτά πιο μέσα και έκλαιγε και πήγα να σταματήσω και δε μ' άφηνε και έκλαιγε πως μ' αγαπάει και πως μ' ευχαριστεί κι ήρθε πάλι κι ένιωθα τον κόλπο της να αγκαλλιάζει τον άνδρα εκεί κάτω και τότε δεν άντεξα κι όπως ένιωθα τα υγρά της να με πετάνε έξω τα δικά μου που βγαίνανε με πόνο και μας ζέσταιναν με έσπρωχναν πιο μέσα και δεν ήθελα να σταματήσουμε ήθελα να ερχόμαστε για πάντα σε οργασμό και να πεθάνουμε εκεί αγκαλιασμένοι και ήξερα εντέλει πως κάπως έτσι θα γίνει... 

 

****************

-Volt- 


Διαβάστε Επίσης....