:: www.Flock.gr :: Η Καθημερινή Σας Στάση! - Ερωτικές Ιστορίες - News - Lifestyle

User Rating: / 14 PoorBest 

 Η ζωή μου είχε πάρει μια ασυνήθιστη για την εποχή μας, τροπή. Είχα αναγκαστεί να πουλήσω έρωτα σε μια γυναίκα που δεν αγαπούσα, που την απεχθανόμουν, γιατί έπρεπε να με αγοράσει. Ξεκίνησα τη ζωή μου πολύ αισιόδοξα. Γιός δυο αρκετά πετυχημένων δικηγόρων με επενδύσεις σε ακίνητη περιουσία, χρήματα, πολλά αυτοκίνητα, μεγάλωσα φοιτώντας σε ακριβό σχολείο, φορώντας ακόμη και μακό μπλουζάκια φτιαγμένα στα μέτρα μου από οίκους υψηλής ραπτικής, κάνοντας διακοπές πάντοτε στη Ρόδο με παρέες ανάλογου βεληνεκούς. 

 Η πρώτη απογοήτευση ήρθε όταν δεν πέρασα στην πρώτη σχολή της επιλογής μου αλλά σε ένα υποβαθμισμένο ΤΕΙ μιας παρακμάζουσας κωμόπολης με γραφικούς μνησίκακους κατοίκους και ελάχιστες παροχές και ευκολίες. Ήταν η εποχή μου οι δικοί μου αποφάσισαν πως έπρεπε να αρκεστώ σε λιγότερα. Έτσι βρέθηκα να μένω σε μια παλιά μονοκατοικία σαρανταετίας με έπιπλα αγορασμένα από τοπικό ξυλουργό, τηλεόραση και ηλεκτρικές συσκευές από τα μεταχειρισμένα. Μάλιστα με στείλανε ένα εξάμηνο πριν αρχίσουν τα μαθήματα για να συνηθίζω μόνος μου.

 Ήταν κάποιο βράδυ Παρασκευής που κλαιγόμουν στον εαυτό μου, έκανα απεγνωσμένες κλήσεις στους κολλητούς μου που φαινόντουσαν να μ' έχουν διαγράψει απ' τις ζωές τους και βόλταρα στον κεντρικό πεζόδρομο. Είναι γεγονός πως και στο ασημότερο κωλοχώρι να βρεθείς θα υπάρχει έστω μία γκόμενα που θα μείνεις με το στόμα ανοιχτό. Κι εγώ την είδα εκείνο το βράδυ. Μαλλιά ξανθά βαμμένα, τεράστια καφετιά μάτια, τσιμπουκόχειλα άβαφα, λεπτό κορμί κοντά στο 1.70, γυμνασμένα μπράτσα, μπαλονάκια ολοστρόγγυλα σα να είχε μικρά εμφυτεύματα σιλικόνης που όταν κινιόταν όμως καταλάβαινες πως ήταν αληθινότατα κι όσο για το κωλαράκι της κι αυτό ολοστρόγγυλο, μικρό και είχε άριστη τεχνική στο πως το κουνούσε.

 Εν συνεχεία, παρατήρησα κι άλλα...αποκλείεται να ήταν ντόπια υπέθεσα. Τα μαλλιά της ήταν φτιαγμένα στο κομμωτήριο, τα ρούχα της δε φαινόντουσαν ετοιματζίδικα, τις ίδιες γόβες που φορούσε ήταν το δώρο που είχα κάνει στην πρώην μου και ήξερα ακριβώς πόσο κάνουν κι από που είχαν αγοραστεί και το καρτιέ στο χέρι δεν άφηνε πολλές αμφιβολίες. Η κοπέλα είχε φράγκα. Τότε έτσι λέγαμε με την παρέα μου για όλους ότι έχουν ή δεν έχουν φράγκα. Που να σκεφτούμε οι ηλίθιοι πως αυτά τα φράγκα ήταν τα δουλεμένα άλλων κι εμείς ανάξιοι να πάμε έστω να μοιράσουμε σουβλάκια για ένα χαρτζηλίκι.

 Το ύφος της αυτάρεσκο, τίναξε τα μαλλιά της προς τα πίσω κι ενώ είδα πως με κοίταξε μ' ενδιαφέρον, απέστρεψε το βλέμμα τόσο γρήγορα που θα έμοιαζε κωμικό αν δεν είχε τέτοιο στιλ σνομπαρίας στα μάτια. Δε νομίζω όταν με προσπέρασε, πως υπήρξε έστω κι ένας άντρας οποιασδήποτε ηλικίας που να μη γυρίσει να κοιτάξει πως το κουνούσε. Ήταν κι η φούστα της όχι πολύ κοντή, αλλά κολλητή στο κωλαράκι της και πιο αεράτη μετά που αν απομόνωνα τον κώλο της θα μπορούσα να φανταστώ σ' ένα υγρό μπάνιο ίσως να τη γαμάω σαν τρελός.

 Το ίδιο βράδυ την πέτυχα ξανά σε ένα μπαράκι που σαν τη γυναίκα του Οδυσσέα περιστοιχιζόταν από ''μνηστήρες''. Δεν είχα τίποτα να χάσω, πήγα κι εγώ. Μόνο που λειτούργησα λίγο διαφορετικά. Αντί να στρέψω την προσοχή μου πάνω της ξεκίνησα κολλητιλίκι στη φανερά βλάχα φίλη της. Τεράστια μύτη -τουλάχιστον ήταν ίσια κι όχι γαμψή-, κοντή με απίστευτα μεγάλα βυζιά κρεμαστά, φορούσε ένα λευκό στενό μπλουζάκι που στη σχισμή είχε ένα σχέδιο σαν τρύπα, ροζέ δέρμα, ίσια μαύρα γυαλιστερά μαλλιά, σχιστά μάτια και βαμμένα πουτανιάρικα, χείλη λεπτά κι επίσης βαμμένα, ενώ δεν ήταν χοντρή ο κώλος της ήταν πολύ πεταχτός προκαλώντας μια δυσαρμονία, μα η φωνή της ήταν πολύ απαλή, φωνή που θες να κλείνεις τα μάτια και ν' ακούς. Και κάτι πολύ βασικό που κέντρισε το ενδιαφέρον μου αμέσως, χίλια τα εκατό απ' τις άγαρμπες κινήσεις της και κάποιες αντιδράσεις είχε αυτό το καθαρό σήμα που δίνουν οι παρθένες οι έτοιμες, οι ώριμες για να γίνουν γυναίκες. Τη λέγανε Χαρά και τη φίλη της την όμορφη Αμαλία.

 Η Αμαλία είχε εκνευριστεί. Διότι ως τώρα περίμενε κάποιος να της κολλήσει και μετά χρησιμοποιούσε τη Χαρά για να τον ειρωνευτούν. Μονοπωλώντας εγώ τη φίλη της, την άφησα ξεκρέμαστη σε ένα αρκετά επίμονο σαραντάρη που έψαχνε λίγη δράση. Τελικά με τη Χαρά καθήσαμε σε ένα τραπεζάκι που άδειασε και ψιθύρισα στο αυτί της Αμαλίας με το δικό μου αυτάρεσκο ύφος:

-Αν δεν θες να καταλήξεις σε κανένα στάβλο το βράδυ να βελάζεις, προτείνω να έρθεις να κάτσεις μαζί μας.

 Μου 'ριξε μια πλάγια ματιά κι έσκασε στα γέλια αλλά ακολούθησε. Ήταν κι οι δυο φοιτήτριες στην τοπική σχολή. Η Χαρά από ένα χωριό καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα πιο πέρα και η Αμαλία Αθηναία σαν κι εμένα. Όταν άκουσα και το επώνυμο της σιγουρεύτηκα ποιά ήταν. Το γραφείο των δικών μου είχε αναλάβει κάποτε μια υπόθεση με αντίκτυπο στον Τύπο με πελάτη τον πατέρα της. Μιλάγαμε γενικά για τη ζωή εκεί πέρα με τακτ πάντως για να μην αισθανθεί άσκημα η Χαρά. Αντάλλαξα κινητό και με τις δύο και μείναμε με την υπόσχεση πως την επόμενη ημέρα θα πηγαίνα για απογευματινό καφεδάκι σε παραλιακή πόλη εκεί κοντά.

 Τελικά την επόμενη ημέρα αποφασίσαμε να συναντηθούμε στην άλλη πόλη, στην παραλία της κι αν το επέτρεπε ο καιρός να βουτήξουμε κιόλας. Φτάνοντας τι να πρωτοθαυμάσω...η Αμαλία ήταν ένα άσμα γλυκό κι ερωτικό με το μπικίνι της, απ' την άλλη η Χαρά μάλλον από κόμπλεξ κι ίσως απελευθερωμένη που ήμασταν μόνοι μας στην παραλία παρότι το σώμα της ήταν όντως ατσούμπαλο φορούσε από κάτω ένα φιστικί αρκετά στενό μαγιό βρακάκι κι από πάνω είχε βγάλει τελείως το μπικίνι. Τα στήθη της ήταν ακόμη μεγαλύτερα απ' ότι υπολόγιζα, με πραγματικά τεράστιες ρώγες και σηκωμένες απ' την επαφή με το νερό. Όταν ήρθαν κι οι δύο και με φίλησαν στο μάγουλο με το που έφτασα, μόλις μ' αγκάλιασε η Αμαλία ένιωσα κάτι να χτυπάει μέσα μου, μύριζε και υπέροχα, το δέρμα της ήταν τόσο απαλό...Η Χαρά με αγκάλιασε όμως κανονικά και πολύ τρυφερά, μάλλον απ' την ανοησία της παρθένας πίεσε τα βρεγμένα στήθη της πάνω μου και μόλις μ' ακούμπησε το εξ' ίσου βρεγμένο μάγουλο της δεν ξέρω αν θα ήθελα να την ξαναδώ πάντως αν ήμασταν οι δυο μας θα τον έτρωγε επιτόπου.

 Οκτώβριο μήνα δύσκολα το πίστευε κάποιος πως θα έχει τέτοια ζέστη. Το μέρος ήταν καλύτερο απ' τα ακριβά που πλήρωνα τόσα χρόνια. Το νερό είχε αυτό το χρώμα το γαλάζιο που γίνεται πράσινο προς τα κάτω κι αν το κοιτάς ενώ πάλλεται και κυματίζει ελαφρά κατά τόπους πορφυρίζει, ψιλό χαλίκι κάτι ανάμεσα σε γκρι και μπεζ διαφαινόταν στον πάτο.  Φυσούσε λιγάκι. Το βλέμμα μου έφτανε ως το σημείο που έκλεινε κολπίσκος με βράχια στρογγυλεμένα ασπρισμένα απ' το αλάτι, μου θύμισαν τα φιορδ κατά κάποιο τρόπο. Από πάνω μας ο λόφος αμμώδης και πιο πάνω καταπράσινος πρόσφερε τέλεια απομόνωση και το σημείο μας μύριζε φρεσκάδα, θάλασσα και τις ορμόνες μας. 

 Γδύθηκα χωρίς πολλά πολλά και μόλις έμεινα με το σορτς μαγιό μου, τις κοίταξα και τις προσκάλεσα στο νερό. Πέσαμε όλοι μαζί. Ευθύς φαινόταν πως θα παιζόταν το παιχνίδι. Η Χαρά έκατσε με την πλάτη στ' ανοιχτά, πετάγε το τόπι σε 'μενα, που το πέταγα στην Αμαλία η οποία κάθε φορά που της το ξαναπέταγε, το πέταγε πάνω απ' το κεφάλι της ώστε να το κυνηγήσει μέχρι τα βαθιά.

-Σ' αρέσει να βασανίζεις τους άλλους έτσι;

-Γιατί το λες αυτό;

-Μπορείς να της πετάς και πιο χαμηλά τη μπάλα

-Ναι αλλά έτσι θα βαριόμουνα...

-Βαριέσαι συχνά Αμαλία;

-μμμ...

 

Η Χαρά είχε επιστρέψει οπότε η Αμαλία έκοψε μαχαίρι την κουβέντα.Αυτό άφηνε πολλές αιχμές. Και βέβαια όταν το βράδυ έλαβα μήνυμα απευθείας απ' τη Χαρά αν θέλω να πάμε για καφέ έσπευσα να πάω και δεν εξεπλάγην καθόλου όταν είδα πως ήταν μόνη της. Με ρώτησε πάντως με παράπονο

-πώς και δε με ρωτάς που είναι η Αμαλία;

-το έχω το κινητό της,

είπα καθησυχαστικά προτού τη φιλήσω στο μάγουλο στα πεταχτά και συνέχισα

-τί προτείνεις να κάνουμε;

-πάμε να περπατήσουμε;

-γιατί όχι...

 Στην αρχή περπατάγαμε δίπλα δίπλα. Εγώ κοίταγα αδιάφορα τις βιτρίνες και επειδή κι εμένα μ' αρέσει να βασανίζω έκανα πως δεν την ακούω, παρότι η κοπελίτσα είχε κάποιο επίπεδο δεν ήταν του πεταματού. Βέβαια εγώ σκεφτόμουν πως θα χωθώ στις βυζάρες της εκείνη τη στιγμή οπότε δεν με ένοιαζαν κι ιδιαίτερα οι συζητήσεις για τα βιβλία που της αρέσει να διαβάζει και πως ο δρόμος που βρισκόμασταν της θύμιζε Παπαδιαμάντη...

  Κάποια στιγμή έχωσε το χέρι της μέσα στο δικό μου και σταμάτησε να περπατάει. Σταμάτησα κι εγώ, με κοίταξε πολύ έντονα στα μάτια. Τώρα μόλις παρατηρούσα πόσο εκφραστικό ήταν το βλέμμα της. Ήρθε μπροστά μου -ωραία λέω μέσα μου σήμερα κάτι θα παίξει- προσπάθησε να με φιλήσει στο στόμα αλλά δεν ήξερε πως. Άφησα τα χέρια της, πήρα το πρόσωπο της στα χέρια μου και αναστέναξε, αρχικά τη φίλησα πεταχτά στα χείλη, μετά πιο παρατεταμένα, μετά υγρά, κατόπιν έβγαλα τη γλώσσα μου, έγλυφα τα χείλη της, πήρα τη μυτόγκα της στο στόμα μου, κάπως αστείο γενικά αλλά εκείνη τη στιγμή γούσταρα και το έκανα, απαλά φίλησα τα μάγουλα της, συνέχισα να τη γλύφω κάτω απ' το λαιμό, είχε μισοανοίξει τα χείλη και βαριανάσαινε, αστραπιαία ανέβασα το πρόσψωπο μου, την κοίταξα στα μάτια κι έχωσα τη γλώσσα μου μέσα στο στόμα της, τα μάτια της άνοιξαν από έκπληξη, χάιδεψα με τη γλώσσα μου τη δική της, την έχωσα βαθύτερα στο στόμα της, κατάλαβε έκανε το ίδιο, φιλιόμασταν κανονικά, προσπαθούσε να γελάσει να με φιλήσει, χάναμε κι οι δυο την ανάσα μας, τελικά σκάσαμε στα γέλια...

 Προχωρούσαμε χέρι χέρι, σταματάγαμε, φιλιόμασταν, καθόμασταν σε πεζούλια και φιλιόμασταν πάλι παρατεταμένα, άρχισε να παίρνει πρωτοβουλίες, με άγγιζε, με έγλυφε στο αυτί, στο λαιμό, ρούφαγε τη γλώσσα μου. Δεν το περίμενα αλλά μου ζήτησε να δει το σπίτι μου. Πήγαμε, ο χώρος βρώμαγε υγρασία και κλεισούρα παρότι αέριζα συνέχεια. Είχα διαμορφώσει έτσι το χώρο καταργώντας όλα τα δωμάτια ώστε με το που άνοιξα την πόρτα μπροστά μπροστά ήταν το κρεββάτι. Μπήκαμε, έκλεισα την πόρτα, φιλιόμασταν, δεν το περίμενα πως θα την έπαιρνα αλλά τουλάχιστον μπορούσαμε να κάνουμε φάση. Τη ρώτησα αν έχει κάνει φάση ποτέ, η απάντηση μ' έστειλε ταξίδι στην Αθήνα και πίσω...

-ο πρώην μου μου είχε ζητήσει να το κάνουμε και δεν ήθελα, τότε μου έβαλε δάχτυλο κι εγώ τον χάιδευα εκεί κάτω μέχρι που... 

τα είπε μονορούφι αλλά πολύ χαμηλόφωνα... Τη ρώτησα αν της άρεσε μου έγνεψε ναι, τη φίλησα, ξεκούμπωσα το παντελόνι της, με βοήθησε, της το έβγαλα, έβγαλα και το κιλοτάκι της, ξυρισμένη δεν ήταν πέρα απ' τη γραμμή του μπικίνι, τα βυζόμπαλα της δεν ήταν τα μόνα μεγάλα πάνω της κι η κλειτορίδα της ξεχώριζε από μακριά και τώρα γυάλιζε κιόλας...η πιτσιρίκα πρέπει να είχε τρελαθεί απ' την καύλα. Της έβγαλα και το πουκάμισο που φορούσε, το σουτιέν το έβγαλε μόνη της, το ίδιο και τις κάλτσες. Έμεινε ξαπλωμένη στο κρεββάτι μου, σύρθηκε προς τα πάνω κι έκατσε και με κοίταγε

-Γδύσου κι εσύ να κάτσουμε εδώ

γρήγορα έβγαλα τη μπλούζα μου, τη φανέλα, τις μπότες, τις κάλτσες μου, το παντελόνι, έμεινα με το μποξεράκι. Με κοίταγε.... το έβγαλα με μια κίνηση, ακόμη κι εγώ εξεπλάγην απ' τη στύση μου ήταν πολύ έντονη. Ξάπλωσα δίπλα της ανάσκελα, το χέρι της αμέσως πήγε στον πούτσο μου, τον έσφιξε στη μπουνιά της και με μαλάκισε γρήγορα, αλλά εγώ δεν είχα σκοπό να κάνω το νιάνιαρο. Απομάκρυνα το χέρι της, γύρισα μπρούμυτα και την ώρα που έβγαζε μια ψιλή κραυγή έκπληξης πήρα την κλειτορίδα της στο στόμα μου, τη ρούφαγα πολύ γρήγορα και την έφτυνα, αμέσως έβαλα δάχτυλο και μέσα στον κόλπο της, δεν το μπαινόβγαζα αλλά το άφησα αρχικά τεντωμένο μέσα και στη συνέχεια το λύγιζα απότομα προς τα πάνω και το ξαναίσιωνα. Πρώτη φορά αγάπησα το κωλόσπιτο μου, μόνο του στο πουθενά και πρώτη φορά που χαιρόμουν γυναικεία κραυγή, τόσο καιρό φοβόμουν μη μας ακούσουν με την πρώην μου οι δικοί μου ή οι δικοί της...

 Στην Αθήνα το έπαιζα σπουδαίος εραστής αλλά μέσα μου ήξερα πως δεν είχα καταφέρει ποτέ γυναίκα να χύσει, τόσο μάλιστα που αναρωτιόμουν αν τελικά είναι μύθος ο γυναικείος οργασμός ή αν φταίω εγώ. Αν δεν ήταν μύθος είχα σκοπό να το ανακαλύψω απόψε, θα έγλυφα αυτό το μουνί για όσο χρειαζόταν αρκεί να τα κατάφερνα, αν βέβαια αναγνώριζα τι είναι ο οργασμός. Πως με ήθελε η Χαρά ήταν σίγουρο. Το αστείο είναι ότι κι εγώ αυξανόμενα την ήθελα και πιο πολύ...

Δεν έχω ιδέα πόσες ώρες έκανα το ίδιο πράγμα πάντως όταν πλέον είχα κουραστεί και σκεφτόμουν να τα παρατήσω κάτι έκανα κατά λάθος μάλλον και κατέληξα φτύνοντας κάθε φορά την κλειτορίδα της να την πιέζω και με τη γλώσσα μου προς τα αριστερά προτού την ρουφήξω πάλι, αυτό πρέπει να τα προκάλεσε όλα, γιατί άρχισε να ψελίζει σε κάποιο σημείο...

-ααααα τι μου συμβαίνει μάτια μου......

δεν πρόλαβα να σκεφτώ ή να κάνω κάτι

 

-τί γλυκό μου έκανες....μη σταματάς σε παρακαλώ αααααα....

και τότε το ένιωσα κι εγώ, τον κόλπο της να ρουφάει το δάχτυλο μου και την ίδια να κάνει σα σπασμούς και τότε πλέον ΗΞΕΡΑ και για πρώτη φορά ήμουν πραγματικά ευτυχισμένος... Ξάπλωσα δίπλα της ξέπνοος με το πρόσωπο μου ν' ακουμπάει στους λόφους της, απαλά τους έγλυφα κιόλας...

-ό,τι θες είμαι δικιά σου,

έλεγε και ξανάλεγε, μου φιλούσε το κεφάλι και με χάιδευε. Δεν ήξερα πως αλλιώς να το πω κι έτσι απλά το ξεφούρνισα όπως μου βγήκε

-σε θέλω

η απάντηση με πανικόβαλε

-δείξε μου πάλι πόσο...

μα η φωνή της ήταν επιτακτική, εγώ όμως είχα κουραστεί δε μπορούσα να το επιχειρήσω πάλι μα μου είπε

-σε παρακαλώ μωρό μου το έχω ανάγκη

-θα σου δώσω τον κόσμο όλο αν με κάνεις ευτυχισμένη άλλη μια φορά

θυμήθηκα την πρώτη φορά που πειράζοντας τον πούτσο μου χωρίς να ξέρω τι να κάνω έχυσα, την απελευθέρωση, την ευτυχία, την ολοκλήρωση και δε μπορούσα να της το στερήσω...

 

Κι όμως όλο εκείνο το βράδυ τα είχα καταφέρει δεν ξέρω πόσες φορές, γιατί μετά την πρώτη φορά ίσως κι εγώ να το έκανα σωστά ή να έκανε και κάτι από μόνη της όπως κι εγώ στην πορεία από 'κεινη την πρώτη μαλακία είχα ανακαλύψει τρόπους να καθυστερώ ή να το κάνω πιο γρήγορο. Η ουσία είναι πως δεν ξέρω πόσες φορές την έφερα, αλλά ήταν πάρα πολλές και τις τελευταίες δύο το έκανα αντίστροφα, με το πρόσωπο μου χωμένο στον κόλπο της και τα δάχτυλα μου να τσιμπάνε, να πιέζουν, ν κάνουν κύκλους στην κλειτορίδα της. Το πρόσωπο μου κόλλαγε ολόκληρο όταν τη φίλησα στο στόμα όντας ολόκληρος από πάνω της με την πούτσα μου να πιέζει τις τρίχες της και χωρίς έκπληξη παρατήρησα πως είχε ξημερώσει για τα καλά. Αυτή τη φορά δεν τη ρώτησα, δε θα δυσκολευόμουν απ' όσο πίστευα, κολύμπαγε άλλωστε κι η ίδια στα υγρά της... Ανασηκώθηκα, την κοίταξα, ήξερα πως το βλέμμα της μου έλεγε ''ναι'', πήρα τα πόδια της στους ώμους μου. Δεν βρήκα την τρύπα της αμέσως, αλλά λίγο μετά την εντόπισα και κατεύθυνα με το χέρι μου τον πούτσο μου εκεί, μπήκα λίγο μόνο το κεφάλι, αναστέναξε ενώ ο κόλπος της κατά κάποιο τρόπο παλλόταν, πήγαινα πολύ αργά λίγο μπρος λίγο πίσω χωρίς να μπαίνω περισσότερο απ' το πουτσοκέφαλο, σταδιακά μπήκα λίγο πιο μέσα πάντα αργά, πονούσα απ' το βλέμμα της ήξερα πως πονούσε κι εκείνη, μπήκα πιο μέσα, βγήκα τελείως και με μια κίνηση της τον έχωσα πάλι ως εκεί που είχα φτάσει δηλαδή κάπου στο μέσον της πούτσας μου, τον έβγαζα ολόκληρο και τον έβαζα πάλι καρφωτά, όχι γρήγορα πάντως αλλά συνεχόμενα, συνέχεια και συνέχεια και συνέχεια. Μπήκα πιο μέσα κι ύστερα τελείως μέσα. Άρχισα να τον βγάζω μέχρι το μέσον και να τον καρφώνω ως τον πάτο, αργά αλλά με δύναμη κι ύστερα με μια κίνηση βγήκα σχεδόν τελείως και ξαναμπήκα αργά κι αμέσως ξαναμπήκα γρηγορότερα, βγήκα πάλι αργά, ξαναμπήκα ακόμη πιο γρήγορα. Συνέχεια έμπαινα γρήγορα και την κάρφωνα δυνατά, τρανταζόταν και βογκούσε από πόνο αλλά αισθανόμουν πως δεν ήταν μόνο πόνος κι έβγαινα πολύ αργά προκαλώντας και στους δυο μας ανακούφιση γιατί ήταν τόσο στενή σα να έσφιγγα με όλη μου τη δύναμη το καυλί μου. Και ξάφνου κάτι απελευθερώθηκε δεν ξέρω τι και άρχισα να την πηδάω ξέφρενα, να βγαίνω αρκετά και να την καρφώνω πιο απαλά από πριν αλλά μέχρι μέσα και να μπαινοβγαίνω γρήγορα δε μπορούσα να σταματήσω κι εκείνη βόγκαγε τόσο δυνατά μέσα στο αυτί μου, έφερα από κάτω το χέρι μου κι έπιασα με δύναμη την κλειτορίδα της, τη ζούληξα, την πίεσα, την τσίμπησα, την έφερνα κύκλους συνέχεια και φάνηκε να καταλαβαίνει

 -είναι πιο δύσκολα έτσι μωρό μου

είπε ξέπνοα

-αλλά θα προσπαθήσω

συνέχισε με αισιοδοξία και με φίλησε στο κεφάλι...Και πράγματι προσπάθησε και τα κατάφερε γιατί αυτό ήθελα να νιώσω που είχα νιώσει στη γλώσσα μου και στο δάχτυλο μου το ρούφηγμα από μέσα και το ένιωθα στην πούτσα μου να με ρουφάει και να με πετάει προς τα έξω κι αν και η λογική μου έλεγε να τη βγάλω και να χύσω τις βυζάρες της δε μπορούσα να συγκρατηθώ κι ο κόσμος μου τραντάχτηκε, τα πάντα κουνιόντουσαν , εγώ κουνιόμουν, εγώ έμενα στάσιμος, τα μάτια μου σβήνανε κι ήταν απόλυτο, η απόλυτη χαρά, το απόλυτο ξαλάφρωμα, την έσφιξα πάνω μου κι ενώ ο οργασμός της συνέχιζε τον τρελό χωρό του, την έχυσα κι όσο με έσπρωχνε προς τα έξω εγώ πίεζα προς τα μέσα και τώρα στο τέλος δεν ξέρω ποιός απ' τους δυο μας βόγκαγε ή καλύτερα ούρλιαζε πιο δυνατά...

 

 Όταν οι γονείς μου γνώρισαν τη Χαρά σε μια απ' τις επισκέψεις τους δε νομίζω ότι χάρηκαν και ιδιαίτερα. Βέβαια ούτε κατά διάνοια δεν έμοιαζε με την καλλονή την πρώην μου και σίγουρα παρότι και η δική της οικογένεια είχε λεφτά δε νομίζω πως εντυπωσιάστηκαν ιδιαίτερα ούτε απ' τα στρέμματα, ούτε απ' τα τρακτέρ, ούτε απ' την πιθανή εξέλιξη του γιού τους σε χωριάτη. Τι βλαχαδερό την αποκάλεσαν, τι συμφεροντολόγα -κι ας μην ήξερε η Χαρά ποιός είμαι και πόσα βγάζουν οι δικοί μου- τι πως θα με πάει πίσω. Τόσα χρόνια πια έχουν περάσει, έντεκα ολόκληρα χρόνια και πλέον το παραδέχομαι ανοιχτά. Είχα ανάγκη να κερδίσω πάλι την επιβεβαίωση τους που την έχασα όταν πέρασα σ' αυτό το κωλοχώρι και στο πίσω μέρος του μυαλού μου είχα πάντοτε το άλογο την Αμαλία με την οποία κάναμε ψιλοπαρέα αλλά γενικά την είχαμε σε απόσταση γιατί η Χαρά ήταν πολύ ζηλιάρα κι εδώ που τα λέμε δικαιολογημένα. Κι όμως υπήρξα τόσο άδικος με τη Χαρά και με τον εαυτό μου. Πραγματικά μου έδωσε χαρά το κορίτσι αυτό. Όταν μιλάγαμε πραγματικά υπήρχε επικοινωνία με τα μάτια, με τις λέξεις, με την ψυχή αν τελικά υπάρχει τέτοιο πράγμα. Συζητούσαμε για τα πάντα, διασχίζαμε όλη την πόλη κουβεντιάζοντας, κάναμε έρωτα πάντα ανεπανάληπτα και πάντοτε έτσι απλά χωρίς πολλά προκαταρκτικά, χωρίς κόλπα που ναι μεν μου λείπανε απ' τις πουτάνες που απλόχερα μου τα είχαν δώσει, πουτάνες άλλες πληρωμένες, άλλες κοριτσάκια που ψάχνανε λεφτά γαμπρό κι άλλες πουταναριά στην ψυχή και στις ορέξεις. Ήμασταν όμως φιλαράκια, δεν υπήρχε κάτι που να σκέφτηκα να της το πω και να μην το έκανα. Κι έφτασα στο σημείο να την αποφεύγω και να μην ξέρω πως να της πω ότι το τερματίζω, γιατί έπρεπε να το κάνω. Οι δικοί μου πάντοτε ξέρανε πως να με κάνουν να νιώσω άσκημα είτε αυτό σήμαινε ένα ειδικό τόνο στη φωνή, είτε να μου πουν να μην πάω στις γιορτές γιατί θα λείπουν ταξίδι, είτε να μου κόψουν μέρος απ' τα λεφτά που μου στέλνανε. Κρίμα για 'μενα το μαλάκα που μια ζωή τα περίμενα όλα έτοιμα γιατί αν γνώριζα τότε τι μπορούν να κάνουν τα χέρια μου, τη θέληση μέσα μου μπορεί να μην είχα βγάλει περιουσίες μα θα ήξερα πως μπορώ να ακολουθήσω το δικό μου δρόμο...

 

 Όταν πρωτοπήγα στο σπίτι μου την Αμαλία δεν ξέρω τι μέτρησε περισσότερο ότι ήταν η κόρη του Καραπάνου ή πως τελικά κάθε παιδί από οποιοδήποτε οικογενειακό υπόβαθρο κι αν είναι μπορεί να έχει μια ατυχία στις εξετάσεις και να βρεθεί στο πουθενά. Κι οι οικογένειες μας ήρθαν κοντά αμέσως, άλλωστε ανήκανε σε κοινές παρέες, είχαν παρεμφερή συμφέροντα κι ενδιαφέροντα και όλες οι πλευρές θέλανε να είμαστε μαζί. Τελικά όμως κάτι είχε σπάσει μέσα μου, κάτι έβραζε. Όταν πρότεινα στην Αμαλία να μην ξαναγυρίσουν στο κωλομέρος και να δούμε τι θα κάνουμε μη και πάμε σε καμιά Αγγλία ή οτιδήποτε άλλο, αμέσως δέχτηκε. Πόσες φορές έχω διαολοστείλει τον εαυτό μου για την έπαρση μου, για τη μαγκιά να υπολογίζω με ξένα λεφτά και πόσο ταπεινός αισθάνομαι πια απέναντι σε παιδιά που τα καταφέρανε με τις δυνάμεις τους. Κανένας δεν αρνήθηκε με την παρούσα κατάσταση να σταματήσουμε το ΤΕΙ και να φύγουμε τελικά για τη Γαλλία.

 

 Στη Γαλλία βέβαια άρχισε ο πραγματικός κατήφορος για 'μενα και εννοώ μέσα μου. Κάθε πρωί κοίταγα με τις ώρες απ' το ρετιρέ που μας νοικιάζανε οι δικοί μας τον κόσμο να περνά για να πάει στη δουλειά του, παρατηρούσα τους ανθρώπους βιαστικούς, σκυθρωπούς, με σακούλες στο χέρι, άλλους να παρακαλούν το γερανό να μην τους πάρει το αυτοκίνητο, γονείς με τα παιδιά τους και φανταζόμουν διαλόγους ανθρώπων που δεν ήταν σαν εμένα που έπρεπε να μοχθούν για τις ανάγκες τους. Ήταν η πρώτη φορά που μίσησα την Αμαλία. Όταν της ανακοίνωσα την ιδέα μου να πιάσω μια πραγματική δουλειά γέλασε στα μούτρα μου και έφυγε να πάει στο κομμωτήριο. Μα κάποιο πρωινό που ανήσυχη δεν είχε κοιμηθεί γιατί έλειπα όλο το βράδυ και με είδε να μπαίνω με ένα απλό τζιν και μια φανέλα μέσα στο αλεύρι και να της λέω πως δουλεύω πλέον σε ένα μικρό φούρνο, δεν το πίστευε και συχνά με τις νέες τις παρέες με προσφωνούσε βλάκα και συνηθισμένο. Μα εγώ ένιωθα υπερηφάνεια που μπορούσα να πάρω έστω κι ένα πακέτο γκοφρέτες με το δικό μου κόπο, που ο θυρωρός της πολυτελούς πολυκατοικίας που μέναμε πλέον δεν έπαιρνε το μπουρμπουάρ που κάποτε αυτάρεσκα του έδινα, αλλά μου έλεγε καλημέρα και πάντοτε με ρωτούσε με τα μαρσεγιέζικα γαλλικά του αν γυρνάω απ' τη δουλίτσα κι ήταν ο μόνος φίλος που ήπιε μαζί μου γκράπα στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα του εκείνο το βράδυ που έσκασε η βόμβα πως δε θα μπορούσα να παραμείνω ούτε στο διαμέρισμα, ούτε στις σπουδές μου γιατί οι γονείς μου τα είχανε χάσει όλα και ήταν αυτός που μου είπε αν το θέλω να μην τα παρατήσω.

 

 Κι όσον αφορά την Αμαλία όσο περισσότερο βυθιζόμουν εγώ στην απογοήτευση τόσο περισσότερα χάλαγε μπροστά μου και για τα πιο ευτελή πράγματα. Δεν περίμενε βέβαια ποτέ ότι θα σηκωθώ να φύγω από εκεί μέσα και θα εγκατασταθώ πάνω απ' το φούρνο, δεν περίμενε πως θα παραμείνω στη σχολή όχι με λεφτά αλλά αλλάζοντας κατεύθυνση σπουδών με την υποτροφία που πήρα. Εννοείται πως δεν είχαμε χωρίσει βέβαια, μα δεν την ένιωθα ποτέ να έχει καμαρώσει πραγματικά για 'μενα, γιατί εγώ ένιωθα περήφανος για τον εαυτό μου. Με κάθε της κίνηση με έχανε και πιο πολύ και μάλλον όσο με έχανε τόσο με ήθελε και πλέον έκανε τα πάντα για να μη με χάσει, ίσως γιατί πλέον δεν είχα ανάγκη τίποτα απ' αυτή τη ζωή.

 

 Ακόμη και στο σεξ πλέον τα έδινε όλα. Πίπες που πάντα σιχαινότανε να κάνει, έγινε η καλύτερη πιπατζού και μάλιστα τα κατάπινε όλα. Συχνά πήγαινα πλέον στο κάποτε σπίτι μας σαν επισκέπτης -τι ειρωνικό- καθόμασταν να δούμε τηλεόραση κι ενώ της χάιδευα τα μαλλιά μόλις σταμάταγα κι ετοιμαζόμουν να φύγω έσκυβε, με ξεκούμπωνε και τον ρούφαγε μέχρι μέσα, τον κράταγε λίγο ακίνητο και ύστερα τον χτύπαγε στα μάγουλα της και μετά τον μπαινόβγαζε σφίγγοντας το στόμα της μέχρι που τα έπινε όλα. Στο κρεββάτι πάντοτε τα έδινε όλα κι αυτό που μ' ενθουσίαζε ήταν ότι γενικά προτιμούσε το πισωκολλητό. Αλλά εκείνη την περίοδο λύσσαξα. Την έπαιρνα παντού σαν τη χειρότερη πουτάνα. Σε τουαλέτες μπαρ, στον προαύλιο χώρο στη σχολή, πάντα της ζητούσα να φοράει φούστα χωρίς κιλότα, πολύ συχνά αφού έχυνα έφευγα χωρίς άλλη κουβέντα. Και βέβαια δεν απαντούσα στις κλήσεις της ή την έπαιρνα πολλές ώρες μετά, σταμάτησα να κάνω παρέα με τους ψηλομύτες απ' την ελληνική φοιτητική κοινότητα και άμα τσακωνόμασταν συνήθως έφευγα με στόμφο λέγοντας της πως πρέπει να ξεκουραστώ ''τι να κάνουμε κάποιοι δουλεύουμε'' έλεγα πάντα ειρωνικά. Αλλά μ' αυτά και μ' αυτά εγώ τελείωσα τη σχολή μου, στον ίδιο χρόνο που κι εκείνης ο πατέρας της, τής αγόρασε το πτυχίο μιας σχολής που δεν είχε σκοπό να τελειώσει και τότε ήταν που πλέον την περιφρόνησα για τα καλά...

 

 Μα τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως τα θέλουμε. Κατεβαίνοντας στην Αθήνα βρήκαμε τη μητέρα μου να κατεβάζει χάπια για ανύπαρκτους πόνους και να κατοικοεδρεύει όχι σε μια πολυτελή κλινική αλλά στο απλό νοσοκομείο που νοσηλευόταν ο πατέρας μου για καρκίνο. Αυτοί οι δυο δεν είχαν χωρίσει ποτέ και τώρα όλοι το ξέραμε πως θα τους χώριζε ο θάνατος. Μα είχα κερδίσει κάτι πολύτιμο πριν τους χάσω και τους δυο. Την εκτίμηση τους για όσα κατάφερα μόνος μου... Κι ήταν Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου η μέρα που δε θα ξεχάσω. Ο πατέρας ένα μήνα νεκρός κι εκείνη την ημέρα που πέθανε κι η μητέρα μου από έμφραγμα του μυοκαρδίου εγώ δεν είχα ένα σπίτι να γυρίσω και δεν υπήρχε περίπτωση να πάω στης Αμαλίας. Δεν της είχα ξαναμιλήσει από τότε που επιστρέψαμε. Ήξερα πως θα έχει μάθει πλέον για τη ζωή μου, για τους χαμούς μου μα δεν είχα σκοπό να την ψάξω.

 

 Όταν οικειοθελώς διέκοψα την αναβολή μου και πήγα στο στρατό, πραγματικά όσα είχα μάθει και όσα προσπάθησα μπήκανε σε ένα καλούπι μέσα απ' την πειθαρχία και το δέσιμο με άλλα παιδιά. Ούτε μια άδεια δεν πήρα, παρά καθόμουν συνέχεια κι έστελνα βιογραφικά για δουλειά οπουδήποτε από τομείς σχετικούς με αυτό που σπούδασα μέχρι σε πιτσαρίες για ντελίβερυ. Για λίγο καιρό ώσπου με κάλεσαν σε μια δουλειά που είδαν το βιογραφικό μου ένας φαντάρος ο Τιμόθεος με πήρε μαζί του στο Κιάτο και δουλέψαμε μαζί στα χωράφια τους. Με καλόβλεπε είναι η αλήθεια και για την αδερφή του, αυτό μου είχε δώσει τόνωση γιατί ήθελε εμένα το νεαρό που είχε όρεξη για δουλειά και ήξερε πως δεν έχω τίποτα δικό μου. Με την αδερφή του την Άννα δεν πήγανε πολύ καλά τα πράγματα. Καλό κορίτσι, πολύ ευγενική και συγνωμονική αλλά δεν είχαμε τίποτα κοινό και στο κρεββάτι παγοκολώνα παρότι ήταν ωραίο κορίτσι. Τη μία και μοναδική φορά που το κάναμε ήταν στο δωμάτιο που μου είχαν παραχωρήσει. Είχε έρθει με τη γελοία πρόφαση να φέρει κάτι σιντί να ακούσουμε κι όπως καθόμασταν και η αλήθεια είναι κοίταγα με θαυμασμο τα χυτά λεπτά της πάλλευκα πόδια, τη λυγερή της μέση και τα μικρά μυτερά βυζάκια της κι απλά άπλωσα το χέρι μου και τη χούφτωσα. Με φίλησε αμέσως άτονα όμως. Σαν αυτόματο σηκώθηκε και γδύθηκε τελείως -ήταν και ξυρισμένη- με καύλωσε το κορμί της τόσο λεπτό που ήταν... Ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεββάτι μισάνοιξε τα πόδια και περίμενε, κατάλαβα ότι αυτό ήταν όλο. Μπήκα μέσα της απαλά και όλη την ώρα η Άννα κοίταγε το ταβάνι και ήταν τελείως κρύα. Προσπάθησα μετά να την κάνω να φτάσει με το στόμα, αλλά δεν ήθελε να τη φιλήσω ή να τη γλείψω εκεί κάτω. Έτσι την πήδηξα χωρίς πολλά πολλά σαν πλαστική κούκλα, την έχυσα στην κοιλιά κι αυτό ήταν όλο. Μία και μοναδική φορά με καβάλησε αλλά και πάλι εγώ κουνιόμουνα πάντως αυτό φαινόταν να της αρέσει περισσότερο απ' το να είμαι εγώ από πάνω. Αλλά δεν τσούλαγε μεταξύ μας και ήταν τόσο καλό κορίτσι που δεν ήθελα να την πληγώσω. Οπότε τελειώσαμε φιλικά θα έλεγα, την ημέρα που με πήρανε τηλέφωνο να περάσω για συνέντευξη από κάποια εταιρεία.

 

 Με τα λεφτάκια που είχα μαζέψει νοίκιασα μια γκαρσονιέρα, πήρα κάποια έπιπλα και είδη ηλεκτρικά μεταχειρισμένα και με μια παλιά πεντακοσάρα μηχανή για να μετακινούμαι. Η δουλειά μου ήταν τέλεια. Ήμουν πολύ ευχαριστημένος κι ας ήταν τα λεφτά λίγα. Είχα συμβιβαστεί και κατά κάποιο τρόπο μου άρεσε. Στην τελική όριζα τη ζωή μου και είχα καταφέρει πάρα πολλά. Γνώρισα τη Μάγδα μια νοσοκόμα που έμενε από πάνω μου και είχε δυο πανέμορφα λυκόσκυλα. Στην αρχή κάναμε μόνο παρέα αλλά κάποιο βράδυ επιβεβαίωσα με σιγουριά πως όπου υπάρχει καπνός υπάρχει έστω και μια τόση δα φωτίτσα. Κοινώς ότι όντως οι νοσοκόμες ξέρουν κόλπα που θα κάνανε και πουτάνα να κοκκινήσει.

 

 Η Μάγδα ήταν κοκκινομάλλα με μεγάλο στήθος αλλά κοντούλα, αδύνατη με πολύ σέξυ κούνημα και αισθησιακή φωνή. Με κάλεσε λοιπόν ένα βράδυ σε κάποιο πάρτυ που θα πήγαινε. Τη συνόδευσα με ευχαρίστηση. Πηγαίνοντας με τη μηχανή μου στο δρόμο με κρατούσε αγκαλιά και ακουμπούσε το πρόσωπο της στον ώμο μου. Στο σπίτι που πήγαμε υπήρχαν πολλές ωραίες κοπέλες και για να είμαι ειλικρινής φλέρταρα με όλες. Με αποτέλεσμα η Μάγδα να με αποφεύγει όλη την υπόλοιπη εβδομάδα. Επομένως εξεπλάγην όταν με κάλεσε ξανά σε κάποιο κλαμπ που θα πήγαινε με την παρέα της. Με το που φτάσαμε πάλι υπήρχαν τόσες πολλές και τόσο όμορφες κοπέλες που έμεινα άφωνος. Μου ζήτησε να τη συνοδεύσω στο πάρκινγκ, που είχε αφήσει στο αυτοκίνητο της τα τσιγάρα της. Μπήκαμε κάτσαμε στα καθίσματα και μου είπε...

-επειδή θα κάνεις πάλι τα ίδια και δε γουστάρω, καλό είναι να ξέρεις τι δε θα έχεις αν φερθείς πάλι σαν την προηγούμενη φορά...

με πίπωσε χωρίς πολλά πολλά, ρούφαγε μόνο το πουτσοκέφαλο μου και το δάγκωνε απαλά ενώ με το χέρι της τράβαγε μαλακία στη βάση του πούτσου μου. Αλλά δε με άφησε να χύσω, τη στιγμή που δεν ξέρω πως κατάλαβε ότι είμαι έτοιμος με άφησε στα κρύα του λουτρού. Μου χαμογέλασε και βγήκε απ' το αυτοκίνητο... Από διαβολική σύμπτωση όλο το βράδυ μου κόλλαγε μια ξανθούλα αμαρτία σκέτη κάθε φορά με κοίταγε η Μάγδα αυστηρά, διακριτικά να μην τη δουν ρούφαγε το δάχτυλο της και μετά μου έκανε νόημα με τα μάτια πως αυτό δεν πρόκειται να γίνει. Ηφαίστειο με είχε κάνει. Το βράδυ χωρίς να βιάζεται με πήγε σπίτι της. Φιλιόμασταν με το που μπήκαμε μέσα, με έγδυσε κι έκανα το ίδιο σε 'κεινη, πέσαμε στο πάτωμα αντίστροφα ο ένας απ' τον άλλο κι ενώ με δάχτυλα και στόμα περιέλαβα την κλειτορίδα και τον κόλπο της και της αμόλαγα και κάτι γερές δαγκωνιές ρούφαγε το καβλί μου πολύ ηχηρά. Ένιωσα τους σπασμούς της δευτερόλεπτα πριν τα πει όλα. Κι αφού ήμουν ξέπνοος και βαριανάσαινε ξεκίνησε να μου τραβάει αρχικά χαλαρή μαλακία και στη συνέχεια μου έσφιξε με δύναμη τα αρχίδια και πάνω που κάβλωνα πάλι με έγλειψε πίσω από το αυτί και ψιθύρισε...

-και τώρα θα σε γαμήσω!!!

με μια κίνηση με καβάλησε και ανεβοκατέβαινε πάρα πάρα πολύ γρήγορα και με το που έσκαγε στην πούτσα μου με πίεζε προς τα κάτω και τριβόταν κάνοντας κύκλους κι εγώ κούναγα τη λεκάνη μου, είχε ξανά σπασμούς όταν μου είπε

-απόψε έχει κοκό...

πήρε το χέρι μου σάλιωσε τα δάχτυλα μου και μου έδειξε που ήθελε να τα βάλω. Δεν είχα ξαναγαμήσει κώλο πέρα από μια πουτάνα όταν ήμουνα έφηβος και στης οποίας την κωλάθρα θα χώραγε και τάνκερ, συνέχιζε ν' ανεβοκατεβαίνει με τον ίδιο ρυθμό ενώ εγώ έχωνα τα δυο μου δάχτυλα ίσια και τεντωμένα στην κωλότρυπα της. Σε κάποιο σημείο ανασηκώθηκε και γύρισε με την πλάτη προς εμένα, με τα χέρια έπιασε τα κωλομάγουλα της κι έκατσε απαλά στον πούτσο μου, ανεβοκατέβαινε μαλακά και στη συνέχεια γρήγορα αλλά και πάλι μαλακά. Κάτι ψέλιζε αλλά δεν καταλάβαινα τι και ρωτούσα συνέχεια, μα συνέχιζε στην ίδια ένταση χωρίς να καταλαβαίνω τι λέει. Το να γαμάς τον κώλο μιας γκόμενας με τόσο ωραία πλάτη και με σκαλωτά κατακόκκινα μαλλιά είναι απίστευτο, επίσης τόσο στενός που είναι και σχεδόν ξηρός προκαλεί ένα πόνο και μια κάβλα απίστευτη. Άλλωστε από παντού μάς πυροβολούν για το πρωκτικό ότι είναι κάτι το ξεχωριστό που και ψυχολογικά μόνο νιώθεις πραγματική ολοκλήρωση...συνέχιζε να ψιθυρίζει και ν' ανεβοκατεβαίνει έντονα πια, εγώ δεν έκανα τίποτα από φόβο μην κάνω κάτι λάθος και την πονέσω. Όταν την έχυνα κουνιόταν ακόμη πιο έντονα καθώς καρφωνόταν πάνω μου ενώ τα χύσια μου κάνανε πιο εύκολη την κίνηση. Μόλις είχα ηρεμήσει, γύρισε με αγκάλιασε με φίλησε στα πεταχτά στη μύτη και μου ψιθύρισε...

-τώρα μ' ακούς;;;

έγνεψα θετικά... Χαμογέλασε και συνέχισε πονηρά

-θα ξανακοιτάξεις άλλη;;;

που να τολμήσω με τέτοιο καθαρόαιμο δίπλα μου...

 

 Σύντομα αφήσαμε τα σπίτια μας και πιάσαμε ένα μοντέρνο δυαράκι μαζί. Μερικές φορές δεν ένιωθα τίποτα, άλλες όταν πηγαίναμε για ψώνια και με κράταγε απ' το χέρι, στο μπαρ, τα βράδια που βλέπαμε ντιβιντί και έγερνε πάνω μου, όταν το κάναμε, ένιωθα πολλά αλλά κάπως συγκεχυμένα...

 Ο Παύλος ήταν γύρω στα πενήντα, διευθυντής στην καρδιολογική στο νοσοκομείο που δούλευε η Μάγδα. Την πρώτη φορά που ήρθε να την πάρει απ' το σπίτι μας δεν ένιωσα κάτι, δεν πήγε πουθενά το μυαλό μου. Σιγά σιγά άρχισα όμως να παρατηρώ την αλλαγή στη συμπεριφορά της, ήταν πιο γλυκιά μαζί μου, μα ώρες ώρες με κοίταγε απόμακρα, έκανε τηλεφωνήματα μέσα στη νύχτα, αργούσε να γυρίσει, ήξερα πως είχε μεγαλώσει σε πολύ φτωχό σπίτι. Όταν πρωτοείδα τη τζάγκουαρ του Παύλου κατάλαβα, τι έπρεπε να της προκαλούσε, το δέος, αν κι εμένα με άφηναν αδιάφορο όλα αυτά. Να όμως που ζήλευα κι αισθανόμουν χάλια όταν έλειπε και τελευταία έλειπε συνέχεια. Ένα βράδυ ήρθε μισομεθυσμένη, με φίλησε κι ύστερα με κοίταξε κι έβαλε τα κλάματα.

 

-Συγνώμη μωρό μου

έλεγε και ξανάλεγε... Της έφερα νερό και με μια βρεγμένη πετσέτε της έπλυνα το πρόσωπο, τη φίλησα, την έγδυσα κι έκανα έρωτα μαζί της κι εκείνη δε σταμάτησε να κλαίει κι ήταν κι η πρώτη φορά που έχυσα μέσα της ενώ εκείνη δε μ' άφηνε να ξεκολλήσω... Καθόταν γυμνή στο τραπεζάκι μας όταν γύρισε και με κοίταξε, τα μάτια της είχαν πλέον στεγνώσει ...

 

-...παντρεύομαι

-γιατί;

-ο Παύλος μου έκανε πρόταση;

-Ναι το κατάλαβα. Αλλά γιατί τώρα και γιατί αυτόν;

-Τον θέλω

-Δε σε πιστεύω

-τί πρόβλημα έχεις;

-Είμαι ερωτευμένος μαζί σου...

-...

-αλήθεια ωραίο αυτοκίνητο...

-δεν είναι γι' αυτό

-εντάξει Μάγδα, είναι για την πατσοκοιλιά και τα είκοσι χρόνια διαφορά.

Δεν έμενε κάτι άλλο να πούμε. Ναι μεν μονολόγησε κάτι ότι θα έρθει την επόμενη ημέρα να μαζέψει, αλλά η αλήθεια είναι πως πάντα μ' άρεσε να φεύγω. Έτσι όταν φαντάζομαι πως γύρισε να μαζέψει, εγώ είχα φύγει. Πήρα μια αναρρωτική, πήγα με ένα μεταφορέα πήρα ότι ήταν δικό μου και νοίκιασα το πρώτο σπίτι που βρήκα, έμεινα και δυο μέρες χωρίς ρεύμα πάνω στη βιασύνη μου να φύγω. Δεν ξανάκουσα για τη Μάγδα...

 Αλλά όσο για 'μενα κάτι είχε σπάσει μέσα μου. Ένιωσα πως ότι είχα κάνει, αυτό που θεωρούσα αγώνα από πλευράς μου ήταν για το τίποτα. Ναι είχε πολύ μεγάλη αξία ότι μπορούσα, ότι είχα καταφέρει πράγματα, αλλά τελικά σαν τα λεφτά τίποτα. Και δεν τα ήθελα, δε μ' ένοιαζε πια. Και τους λογαριασμούς μου πλήρωνα και τα ψώνια μου έκανα και έξω έβγαινα και ρούχα αγόραζα, ήμουν καλά, αλλά ήταν μια κακία που με είχε πιάσει προς τον εαυτό μου, προς τη ζωή μου, ήμουν απελπισμένος μέσα μου.

 

 Έκανα μερικές αλλαγές ασήμαντες μεν αλλά για να αισθανθώ εγώ ότι κάτι έκανα για να σιγάσω αυτό μου με έπνιγε μέσα μου. Μάκρυνα λίγο τα μαλλιά μου να μοιάζουν ατημέλητα κι ας μην ήταν, άφησα μούσι, χρεώθηκα κάτι παραπάνω αλλά αντάλλαξα τη μηχανή μου με μια ακριβότερη. Για πρώτη φορά φόρεσα λευκό μπλέηζερ, πουκάμισο και τζιν χαμηλοκάβαλο με μυτερές μπότες. Αισθανόμουνα λίγο μαλάκας, αλλά έστω και καθυστερημένα αποφάσισα να κάνω μια βουτιά σε 'κεινους τους κύκλους που θέλανε οι δικοί μου να κάνω, στους κύκλους που θα δίνανε στη δουλειά και στη ζωή μου ώθηση, ίσως γιατί τελικά με ένοιαζε που δεν πληρωνόμουν καλά, ίσως γιατί με ένοιαζε που ψώνιζα με το κομπιουτεράκι στο χέρι μην ξεπεράσω το μηνιαίο όριο, ίσως γιατί με ένοιαζε που είχα χρόνια να πάω διακοπές, ίσως γιατί αυτή τη ζωή που έχασα την ήθελα πίσω αλλά τώρα μπορούσα και να την εκτιμήσω.

 

 Αναγνώρισα πολλές φάτσες απ' αυτές που με ξέχασαν και δε μ' ένοιαζε γιατί εγώ είχα κάτι που δεν είχαν αυτοί, την αξιοπρέπεια που χάρισα εγώ σε 'μενα.

 

 Εντόπισα αμέσως την Αμαλία. Ήταν με μια άλλη κοπέλα. Παρότι έτσουξε την τσέπη μου σε ένα τέτοιο μαγαζί ότι πίνανε το κέρασα. Ήρθε στο τραπέζι μου, σα να μην είχε περάσει ώρα που είχα να τη δω όταν με αγκάλιασε τη φίλησα στο στόμα. Δεν τραβήχτηκε, ίσα ίσα που κράτησε παραπάνω. Μύριζε σα ροδάκινο, ήθελα να τη φάω. Όμορφη όπως πάντα και ηλιοκαμένη. Της χάιδεψα τα μαλλιά, η φίλη της έφυγε, κάθησε στο τραπέζι μου, μιλήσαμε πολύ ώρα. Φιλιόμασταν κιόλας. Φρόντιζα συνεχώς να είμαι χαρούμενος. Ήταν τόσο κενή, δεν είχε τίποτα να πει, ως τώρα πήγαινε από εκδρομή σε εκδρομη κι αυτή ήταν όλη η ζωή της. Όταν τη ρώτησα για τα ενδιαφέροντα της, μάλλον δεν ήξερε τι να μου πει...

-εσύ είσαι το ενδιαφέρον μου

ναι έπρεπε να παίξω αυτό το παιχνίδι και το έπαιξα νομίζω αρκετά καλά

-δε φεύγουμε;

ήταν λίγο ειρωνικό και αρκετά αστείο όταν με το στενό της μίνι την ανέβασα πάνω στο λευκό πέρλα τζίξερ μου. Πρώτα ανέβηκε, τη θαύμασα εκεί πάνω με τον τουρλωτό κώλο της και μετά ανέβηκα κι εγώ... Κι όμως ό,τι εντύπωση κι αν έδινε την πήγα σπίτι μου. Σούφρωσε μεν τη μύτη της αρχικά αλλά την πούτσα της την έφαγε.  Αργότερα γυμνοί στο κρεββάτι, δεν την είχα αφήσει καν να καθαρίσει τα χύσια απ' το πρόσωπο της που είχαν ξεραθεί και κολλάγανε. Ήταν τόσο πρόστυχη εικόνα που με καύλωσε πάλι, αλλά αυτή τη φορά είχα βάλει άλλο στόχο. Τη γύρισα της έκανα μασάζ στην πλάτη με το στόμα μου, ανατρίχιαζε, έχωσα το χέρι μου βίαια ανάμεσα απ' τη σχισμή της και γράπωσα την κλειτορίδα της με τα δυο ακριανά δάχτυλα, τη μάλαζα την τσίμπαγα κι έχωσα τ' άλλα δυο δάχτυλα στο μούνο της, βόγκαγε, ψιθύριζα στο αυτί της λέξεις, λέξεις που ήξερα πως την καβλώνουν, πόσο πουτάνα είναι στο κρεββάτι και για το αυτοκρατορικό γαμήσι που μου χάρισε κι ότι απόψε θα την ξεσκίσω, σφάδαζε στα χέρια μου, σάλιωσα το άλλο μου χέρι, πρώτα ένα δάχτυλο κι ύστερα τα άλλα τα έχωνα στον κώλο της τον τούρλωνε προς τα πάνω κι έχωσα και τη γλώσσα μου, ενώ με το άλλο χέρι βασάνιζα το μουνί της και την κλειτορίδα της, την άνοιξα καλά και μπήκα πίσω της πολύ καβλωμένος απαλά στην αρχή πιο άγρια μετά, αυτό τον κώλο τον ήθελα εδώ και πάρα πολλά χρόνια κι ας μην ήξερα τότε τι να τον κάνω...

 Κι επειδή ακριβώς τον ήθελα είχα πολύ έντονο οργασμό, πάρα πολλά και πηχτά χύσια που τα άπλωσα σε όλη την πλάτη της. Α δεν έχω παράπονο την έχυσα πολλές φορές εκείνο το βράδυ. Στο πρόσωπο, στην πλάτη, στα φτιαγμένα μαλλιά της, μέσα στο μουνί της, έσταζε σπέρμα από παντού η πουτάνα!!! Κοιμηθήκαμε αγκαλιά κι όταν ξύπνησε της τον είχα βάλει πάλι στο μουνί και πασπάτευα την κωλάρα της. Εκείνη την ημέρα δε μπορούσε να κάτσει σε καρέκλα. Ξαναβγήκαμε απ' το σπίτι μου μια βδομάδα μετά σίγουρα πιο αδύνατοι κι οι δυο...

 

Σαν πολύφερνη νύφη η Αμαλία συζητήθηκε έντονα η εμφάνιση της μαζί μου. Μόνο που κάτι έκανε τον κόσμο να μη λέει πολλά για 'μενα, ίσως κάτι στο βλέμμα μου τους έπειθε πως τουλάχιστον πλέον δεν ήμουν άλλος ένας κακομαθημένος μπόγος. Ο γάμος μας έγινε μερικούς μήνες μετά. Πολυτελής, με πάρα πολύ κόσμο, ανούσιοι άνθρωποι σε ένα ασήμαντο γεγονός. Αυτό που ήταν σημαντικό ήταν το σπέρμα μου εκείνο το βράδυ, πολύτιμο σπέρμα...

 

Την κόρη μου τη λάτρεψα με το που είδα κάτι να κινείται στη γκρίζα οθόνη στον υπέρηχο. Κανένας δεν πίστευε πως δε θα δεχόμουν να μείνω στα πλουσιόσπιτα του πεθερού μου και πως με το δικό μου κόπο θα έπαιρνα δάνειο για να μεγαλώσουμε κάπου το παιδί μας ανθρώπινα. Και την ημέρα που η Εμπορική ενέκρινε το δάνειο μου αγάπησα τη γυναίκα μου, γιατί ήταν μαζί μου απ' την αρχή. Κι αν η ζωή της ήταν κενή και ασήμαντη ως τότε αρκούσε να τη δω με την κόρη μας για να καταλάβω πως είχε βρει το νόημα στη ζωή της αναγνωρίζοντας τη μεγαλοσύνη της ανθρώπινης ζωής και πως γι' αυτό το παιδί θα έκανε τα πάντα...

-------------------------------------

Volt 


Διαβάστε Επίσης....